Ανακατάληψη Κωνσταντινούπολης, 1261

1. Εισαγωγή

Η άλωση της λατινοκρατούμενης (από το 1204) Κωνσταντινούπολης από το στρατό της λεγόμενης Αυτοκρατορίας της Νίκαιας το 1261 χαρακτηρίζεται γενικά στη βιβλιογραφία ως ανακατάληψη. Ο όρος προϋποθέτει την αποδοχή πως το κράτος της Νίκαιας αντιπροσωπεύει σε επαρκή βαθμό την πολιτική συνέχεια, στην εξορία, της προ του 1204 Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αντίθετα από τη λατινική «αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης».1

Η είσοδος του βυζαντινού στρατού στην Πόλη έγινε από κάποιο σημείο των τειχών στην περιοχή της πύλης της Πηγής, τη νύχτα της 24ης προς την 25η Ιουλίου 1261 (ιουλιανό ημερολόγιο).2

2. Ιστορικό πλαίσιο

Μετά την άλωσή της το 1204 από τους σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας, η Κωνσταντινούπολη περιήλθε σε ένα καθεστώς συγκυριαρχίας του Λατίνου (Γάλλου) αυτοκράτορα και του Κοινού των Βενετών. Στις περιοχές που δεν καταλήφθηκαν από τους σταυροφόρους, τα μέλη της βυζαντινής αριστοκρατίας και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας συσπειρώθηκαν γύρω από δύο ηγεμονικές αυλές, οι οποίες διεκδικούσαν το ρόλο του συνεχιστή της αυτοκρατορίας: την αυλή των Δουκών Κομνηνών στη δυτική Ελλάδα και εκείνη των Λασκαριδών στη Μικρά Ασία. Το δεύτερο κρατίδιο, γνωστό ως Αυτοκρατορία της Νίκαιας, κατόρθωσε μέσα σε τέσσερις δεκαετίες να επιβληθεί ως η κυρίαρχη δύναμη στο χώρο της παλιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Με διαρκείς εκστρατείες κατά την περίοδο 1242-1260, οι αυτοκράτορες Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης (1221-1254), Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις (1254-1258) και Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (1259-1282) κατέλαβαν τη Μακεδονία και τη Θράκη, εκτοπίζοντας τους βασικούς τους αντιδιεκδικητές, δηλαδή τους Δούκες Κομνηνούς της Ηπείρου και τους ηγεμόνες της Βουλγαρίας. Η λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, στην οποία από το 1240 έως το 1261 βασίλευε ο Βαλδουίνος Β΄, απέμεινε απομονωμένη και χωρίς εδάφη. Λόγω της έλλειψης πόρων, οικονομικών και ανθρώπινων, η άμυνά της ήταν εξαρτημένη πλέον μόνο από το βενετικό στόλο και ενδεχόμενες ενισχύσεις από την καθολική Δύση. Από την άλλη, τα ισχυρά χερσαία τείχη και η ανωτερότητα των Βενετών στη θάλασσα καθιστούσαν οποιαδήποτε απόπειρα εναντίον της Κωνσταντινούπολης εξαιρετικά δύσκολη και εξηγούν την επιβίωση της λατινικής κυριαρχίας επί τόσο μεγάλο διάστημα.

3. Πρώτες επιθέσεις

Οι πρώτες επιθέσεις εναντίον της Κωνσταντινούπολης έγιναν από τον Ιωάννη Γ΄ σε συνεργασία με τους Βουλγάρους το 1235 και το 1236, αλλά απέτυχαν.3 Ο επόμενος αυτοκράτορας που έθεσε σε προτεραιότητα την προσπάθεια ανακατάληψης της πόλης ήταν ο Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγος. Τη δυνατότητα αυτή του την έδωσε η νίκη επί των συνασπισμένων αντιπάλων του στην Πελαγονία το 1259. Πρόσθετο κίνητρο για τον αυτοκράτορα ενδεχομένως ήταν η επιθυμία του να παγιώσει τη θέση του στο θρόνο, η οποία το 1259 ήταν ακόμη επισφαλής, δεδομένου ότι τυπικά συμβασίλευε με το νόμιμο αυτοκράτορα, τον ανήλικο Ιωάννη Δ΄.

Το 1260 ο Μιχαήλ αποπειράθηκε, χωρίς επιτυχία, να καταλάβει το Γαλατά, την οχυρωμένη συνοικία στην αντίπερα όχθη του Κεράτιου κόλπου. Επίσης αναφέρεται ότι είχε προβεί σε συνεννοήσεις με κάποιο Λατίνο, εξάδελφό του, κατά τον Ακροπολίτη, ο οποίος κατοικούσε στην Πόλη, με σκοπό να ανοίξει κρυφά κάποια πύλη, αλλά ούτε αυτό το σχέδιο τελεσφόρησε.4

Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για επίθεση στην Κωνσταντινούπολη εντάσσεται και η συνθήκη του Νυμφαίου (Μάρτιος 1261) ανάμεσα στο Μιχαήλ Η΄ και τη Γένουα, τη μόνη δύναμη που μπορούσε να ανταγωνιστεί το βενετικό στόλο.5 Τελικά η κατάληψη της Πόλης επήλθε απρόσμενα, χωρίς να απαιτηθεί κάποια οργανωμένη εκστρατεία ή πολιορκία.

4. Η ανακατάληψη

Το καλοκαίρι του 1261, κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα, ο καίσαρας Αλέξιος Στρατηγόπουλος διαπεραιώθηκε από τη Μικρά Ασία στην Καλλίπολη της Θράκης, επικεφαλής ενός σώματος περίπου 800 Ρωμαίων και Κουμάνων στρατιωτών. Αποστολή του σώματος ήταν να προλάβει ενδεχόμενη βουλγαρική εισβολή στη Θράκη όσο ο κύριος όγκος του βυζαντινού στρατού ήταν απασχολημένος σε επιχειρήσεις στην Ήπειρο. Από την Καλλίπολη πήγε στη Σηλύβρια, με σκοπό να προσεγγίσει την Κωνσταντινούπολη και να συλλέξει πληροφορίες για την κατάσταση στην Πόλη. Οι πληροφοριοδότες του προέρχονταν από μία ομάδα ντόπιων, τους θεληματάριους, οι οποίοι κατοικούσαν στην αγροτική περιοχή στα περίχωρα της Πόλης.6 Καλλιεργούσαν τη γη, αλλά φαίνεται πως παρείχαν και στρατιωτικές υπηρεσίες στο Λατίνο αυτοκράτορα, αφού ένα μέρος τους ήταν οργανωμένο σε στρατιωτικό σώμα. Οι θεληματάριοι ενημέρωσαν το Στρατηγόπουλο πως ο βενετικός στόλος είχε αναχωρήσει για να επιτεθεί στη Δαφνουσία, ένα μικρό νησί στον Εύξεινο Πόντο, και η Πόλη ήταν ουσιαστικά αφύλακτη. Προσφέρθηκαν να συμπράξουν ώστε να εισχωρήσει στην Πόλη ο στρατός του Στρατηγόπουλου. Ο καίσαρας στρατοπέδευσε σε μικρή απόσταση από τα τείχη, στη μονή της Πηγής. Η συμφωνημένη επιχείρηση πραγματοποιήθηκε τη νύχτα της 24ης προς την 25η Ιουλίου. Σύμφωνα με μία εκδοχή, οι θεληματάριοι ανέβηκαν με σκάλες στα τείχη ενώ βρίσκονταν μέσα, σκότωσαν τους φρουρούς και στη συνέχεια άνοιξαν μία πύλη από την οποία εισήλθαν οι στρατιώτες. Σύμφωνα με μία άλλη, μία μικρή ομάδα στρατιωτών εισήλθε από ένα άνοιγμα· στη συνέχεια ανέβηκαν στα τείχη, όπου εξουδετέρωσαν τους φρουρούς. Μετά την είσοδο του στρατού του Στρατηγόπουλου στην πόλη, κάποιοι από τους Λατίνους στρατιώτες δοκίμασαν να αντισταθούν· ακολούθησαν αψιμαχίες, οι οποίες όμως δεν εμπόδισαν τους Βυζαντινούς να καταλάβουν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης. Ο Βαλδουίνος Β΄, ο οποίος βρισκόταν στο παλάτι των Βλαχερνών, πληροφορήθηκε τα συμβάντα και τράπηκε σε φυγή διασχίζοντας την πόλη έως το παλάτι του Βουκολέοντος, στις ακτές της Προποντίδας, όπου και επιβιβάστηκε σε πλοίο. Πίσω του εγκατέλειψε τα διάσημα της αυτοκρατορικής εξουσίας, τα οποία στη συνέχεια απεστάλησαν στο Μιχαήλ Η΄.

Επειδή παρέμενε πάντα ο κίνδυνος της επιστροφής του βενετικού στόλου από τη Δαφνουσία, ο Στρατηγόπουλος διέταξε την πυρπόληση των συνοικιών των Βενετών και των άλλων Δυτικών, οι οποίες βρίσκονταν κατά μήκος του Κεράτιου κόλπου. Ακολούθησαν σκηνές χάους. Όταν επέστρεψε ο στόλος, δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να διασώσει τις οικογένειες των Λατίνων της Πόλης και να τις μεταφέρει σε άλλες λατινοκρατούμενες περιοχές ή στη Δύση.7

Η θριαμβευτική είσοδος του Μιχαήλ Η΄ στην Κωνσταντινούπολη έγινε με επίσημο τρόπο στις 15 Αυγούστου του ίδιου έτους. Τόσο η επιλογή της ημέρας (γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου για τη χριστιανική εκκλησία) όσο και ο έντονα θρησκευτικός χαρακτήρας της τελετής (ο αυτοκράτορας εισήλθε στην Πόλη από τη Χρυσή Πύλη πεζός, ενώ προπορευόταν σε άμαξα η εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας) δείχνουν την προσπάθεια του Μιχαήλ να παρουσιάσει την ανακατάληψη ως θεία παραχώρηση, και τον εαυτό του ως φορέα θείας εύνοιας. Στην ίδια κατεύθυνση βρισκόταν και η κοπή χρυσών υπερπύρων με έναν εντελώς νέο εικονογραφικό τύπο: στη μία όψη εικονίζεται η Θεοτόκος Βλαχερνίτισσα μέσα στα τείχη της Κωνσταντινούπολης, ενώ στην άλλη ο αυτοκράτορας γονατιστός μπρος στο Χριστό.8

Η έδρα του αυτοκράτορα και του Πατριαρχείου μεταφέρθηκε, αυτονόητα, στην ανακαταληφθείσα Κωνσταντινούπολη. Επίσης στην Κωνσταντινούπολη εγκαταστάθηκαν τα μέλη της ανώτατης αριστοκρατίας και της κεντρικής διοίκησης. Ο Μιχαήλ Η΄ ακολούθησε μια συστηματική πολιτική εποικισμού για την ενίσχυση του πληθυσμού της Πόλης, ενώ προέβη και σε επισκευές ή ανακαινίσεις πολλών κτηρίων, θρησκευτικών και μη.

5. Συνέπειες της ανακατάληψης

Η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης δημιούργησε ευνόητη ευφορία στους Βυζαντινούς, καθώς παγίωνε τη θέση της αυτοκρατορίας ως της κυρίαρχης δύναμης στο χώρο της Ρωμανίας και γεννούσε την ελπίδα για αποκατάστασή της στα σύνορα του 12ου αιώνα. Για τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄, ο οποίος πρόσθεσε στον τίτλο του το χαρακτηρισμό «Νέος Κωνσταντίνος», ήταν η ευκαιρία που ζητούσε για να ολοκληρώσει τη δυναστική αλλαγή του 1259: μετά την είσοδό του στην Πόλη στέφθηκε εκ νέου, αυτή τη φορά μαζί με το γιο του Ανδρόνικο, ενώ ο Ιωάννης Δ΄ Λάσκαρις παραμερίστηκε και στη συνέχεια τυφλώθηκε.

Για την ίδια την Κωνσταντινούπολη ο εποικισμός, η επανασύνδεσή της με το γεωγραφικό της περίγυρο, η ενίσχυση του ρόλου της ως κέντρου του διεθνούς εμπορίου και η επανεγκατάσταση στην πόλη της αυτοκρατορικής αυλής και της αριστοκρατίας σήμαναν μια βραχυπρόθεσμη ανάκαμψη μετά την κρίση που είχε ακολουθήσει την άλωση του 1204, αν και δε φαίνεται να έφτασε ο πληθυσμός της ποτέ στα επίπεδα του 12ου αιώνα.

Για τους Βενετούς, η απώλεια της Κωνσταντινούπολης ήταν σοβαρό πλήγμα, αφού προς στιγμήν τους εκτόπισε από το εμπόριο του Εύξεινου Πόντου προς όφελος των ανταγωνιστών τους Γενουατών, την ώρα που λόγω της Pax Mongolica ο συγκεκριμένος εμπορικός δρόμος αποκτούσε τεράστια σημασία. Αν και οι Βενετοί επανήλθαν στην Πόλη το 1267, η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης σηματοδοτεί την αρχή της γενουατικής ηγεμονίας στο εμπόριο της Ρωμανίας.

Μακροπρόθεσμα, η ανακατάληψη είχε και αρνητικές συνέπειες. Οι εχθροί της αυτοκρατορίας συσπειρώθηκαν γύρω από την προοπτική μιας νέας σταυροφορίας εναντίον των Βυζαντινών. Ο Μιχαήλ Η΄ υποχρεώθηκε να αναλώσει τεράστιους πόρους και διπλωματικές προσπάθειες στην αποτροπή των σχεδίων αυτών, με αποτέλεσμα την εξασθένιση της αυτοκρατορίας.9 Η πολιτική της ένωσης των Εκκλησιών, μέρος των προσπαθειών αυτών, προκάλεσε βαθύ εσωτερικό διχασμό, ο οποίος προστέθηκε στη δυσαρέσκεια για το σφετερισμό του θρόνου από τους Παλαιολόγους. Η μεταφορά του κέντρου βάρους στην Κωνσταντινούπολη και τη Δύση έπληξε κυρίως τη βυζαντινή Μικρά Ασία, η οποία αντιμετώπισε την αδιαφορία ή και την εχθρότητα του Μιχαήλ Η΄, με αποτέλεσμα την κατάρρευση της άμυνάς της και εν τέλει την κατάκτησή της από τους Τούρκους στα τέλη του 13ου αιώνα.10




1. Για την Aυτοκρατορία της Νίκαιας βλ. Angold, M., A Byzantine Government in Exile. Government and Society under the Lascarids of Nicaea (1204-1261) (Oxford 1975). Για το κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί βυζαντινή η λατινική αυτοκρατορία, βλ. Lock, P., “The Latin Emperors as Heirs to Byzantium”, στο Magdalino, P. (επιμ.), New Constantines: The Rhythm of Imperial Renewal in Byzantium, 4th-13th Centuries (Aldershot 1974), σελ. 295-304. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να παραβλέπεται πως οι αξιώσεις των αυτοκρατόρων της Νίκαιας εν τέλει νομιμοποιήθηκαν ex eventu.

2. Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή, Heisenberg, A. – Wirth, P. (επιμ.), Georgii Acropolitae Opera 1 (Stuttgart 1978), σελ. 183.

3. Angold, M., A Byzantine Government in Exile. Government and Society under the Lascarids of Nicaea (1204-1261) (Oxford 1975), σελ. 198.

4. Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή, Heisenberg, A. – Wirth, P. (επιμ.), Georgii Acropolitae Opera 1 (Stuttgart 1978), σελ. 174-175. Γεώργιος Παχυμέρης, Συγγραφικαί Ιστορίαι, Failler, A. (επιμ.), Georges Pachymérès. Relations Historiques 1 (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 24, Paris 1984), σελ. 172-173. Για την ταύτιση των γεγονότων που περιγράφουν οι δύο συγγραφείς, βλ. Γιαννακόπουλος, Κ.Ι., Ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος και η Δύσις, 1258-1282. Μελέτη επί των βυζαντινο-λατινικών σχέσεων, μετάφραση Κ. Πολίτης (Αθήνα 1969), σελ. 69-71.

5. Γιαννακόπουλος, Κ.Ι., Ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος και η Δύσις, 1258-1282. Μελέτη επί των βυζαντινο-λατινικών σχέσεων, μετάφραση Κ. Πολίτης (Αθήνα 1969), σελ. 77-80.

6. Γεώργιος Παχυμέρης, Συγγραφικαί Ιστορίαι, Failler, A. (επιμ.), Georges Pachymérès. Relations Historiques 1 (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 24, Paris 1984), σελ. 157.

7. Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή, Heisenberg, A. – Wirth, P. (επιμ.), Georgii Acropolitae Opera 1 (Stuttgart 1978), σελ. 181-183· Γεώργιος Παχυμέρης, Συγγραφικαί Ιστορίαι, Failler, A. (επιμ.), Georges Pachymérès. Relations Historiques 1 (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 24, Paris 1984), σελ. 192-204. Σχολιασμός και συμπληρωματικές αναφορές σε πηγές στο Γιαννακόπουλος, Κ.Ι., Ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος και η Δύσις, 1258-1282. Μελέτη επί των βυζαντινο-λατινικών σχέσεων, μετάφραση Κ. Πολίτης (Αθήνα 1969), σελ. 82-95.

8. Grierson, P., Catalogue of the Byzantine Coins in the Dumbarton Oaks Collection and in the Whittemore Collection 5:1 (Washington 1999), σελ. 106 κ.ε.

9. Βλ. Γιαννακόπουλος, Κ.Ι., Ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος και η Δύσις, 1258-1282. Μελέτη επί των βυζαντινο-λατινικών σχέσεων, μετάφραση Κ. Πολίτης (Αθήνα 1969), σελ. 82-95.

10. Συνοπτική αποτίμηση της βασιλείας του Μιχαήλ Η΄, στο Laiou, A., Constantinople and the Latins: The Foreign Policy of Andronicus II (1282-1328) (Cambridge Mass. 1972), σελ. 11-31.