Ορθόδοξες εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης μετά την Άλωση

1. Χριστιανικοί ναοί της Κωνσταντινούπολης στο οθωμανικό πλαίσιο: μετατροπή, ανέγερση και συντήρηση

Θεωρητικά, μετά την οθωμανική κατάκτηση και την Άλωση της Πόλης, σε περιοχές όπου οι (μη μουσουλμανικοί) πληθυσμοί έφεραν αντίσταση στην προέλαση του στρατού του σουλτάνου η απαγόρευση ανέγερσης θρησκευτικών κτηρίων ήταν απόλυτη. Αντίθετα, στους κατοίκους των πόλεων, κωμοπόλεων και χωριών που παραδόθηκαν αμαχητί είχε κατ’ αρχάς αναγνωριστεί το δικαίωμα της διατήρησης των χώρων λατρείας τους και ενίοτε, υπό ορισμένους όρους, μπορούσαν να κατασκευάζουν και νέους. Είναι βέβαια γνωστό ότι η οθωμανική πραγματικότητα υπήρξε πολύ διαφορετική και ότι τόσο οι χριστιανοί που ήδη ζούσαν στην οθωμανική επικράτεια όσο και οι Σεφαραδίτες Εβραίοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν κατά διαδοχικά κύματα από τα τέλη του 15ου αιώνα μετά τη μεγάλη «έξοδο» από την Ιβηρική χερσόνησο, μπόρεσαν, παρά τους νομοθετικούς περιορισμούς, να οικοδομήσουν νέες εκκλησίες και συναγωγές.

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, η γενική αρχή σχετικά με τη μη ανέγερση μουσουλμανικών χώρων λατρείας παρέμεινε αμετάβλητη, παρά το ότι, στην πράξη, η οθωμανική διοίκηση αποδείχτηκε κατ’ επανάληψη ανεκτική και παραχώρησε κατά περίπτωση πλείστες άδειες ανέγερσης μη μουσουλμανικών ναών. Ένας από τους λόγους για τους οποίους το οθωμανικό κράτος δεν έκρινε σκόπιμο να αναθεωρήσει το νομοθετικό κανόνα προσαρμόζοντάς τον στις διεκδικήσεις των υπηκόων του ήταν πιθανόν η ανάγκη να διατηρήσει ένα μέσο πίεσης απέναντι στις χριστιανικές χώρες (και ειδικότερα τη Ρωσία), που ανέκαθεν αναλάμβαναν ρόλο προστασίας των χριστιανών της Ανατολής. Με άλλα λόγια, η παραχώρηση άδειας ανέγερσης μη μουσουλμανικών ναών υπήρξε ουσιαστικά υποκείμενη στις διακρατικές σχέσεις και στην πολιτική ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), που υπέγραψαν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Ρωσία, η οποία σηματοδότησε την αρχή της αντίστροφης μέτρησης για τη δυναστεία των Οσμανιδών, οι περιπτώσεις νόμιμης ανέγερσης ή επιδιόρθωσης χριστιανικών ναών πολλαπλασιάστηκαν.

Αποδυναμωμένο πολιτικά, το οθωμανικό κράτος αναγνώρισε επίσημα την ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων όλων των υπηκόων του –και των μη μουσουλμάνων– στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ. Σε αυτό αναφέρεται ξεκάθαρα ότι χριστιανοί και Εβραίοι έχουν στο εξής το δικαίωμα να οικοδομούν εκκλησίες και συναγωγές, να ιδρύουν σχολεία, νοσοκομεία και νεκροταφεία, αλλά υπό ορισμένους όρους. Μέχρι το τέλος της Οθωμανικής περιόδου, η Πύλη ανεχόταν την ύπαρξη εκκλησιών και συναγωγών μόνο εφόσον αυτές βρίσκονταν μακριά από μουσουλμανικές συνοικίες, σε αρκετή απόσταση ώστε να μην ενοχλούν ούτε να προκαλούν το θρησκευτικό αίσθημα των μουσουλμάνων περιοίκων. Επιπλέον, ακόμα και μετά το 1856, η άδεια ανέγερσης εκκλησίας ή συναγωγής παραχωρούνταν αποκλειστικά με αυτοκρατορικό φιρμάνι, έπειτα από σχετική αίτηση του θρησκευτικού αρχηγού της ενδιαφερόμενης κοινότητας. Δηλαδή ο σουλτάνος διατήρησε, παρά το φιλελεύθερο πνεύμα των μεταρρυθμίσεων και τις δηλώσεις περί ισότητας, τη δυνατότητα να κρίνει ανάλογα με κάθε περίπτωση την παραχώρηση ή όχι της άδειας οικοδόμησης ναών.

Θεωρητικά λοιπόν, η Κωνσταντινούπολη, η οποία κατακτήθηκε έπειτα από πολιορκία, δεν μπορούσε να διατηρήσει τους χριστιανικούς ναούς της, των οποίων η μετατροπή σε μουσουλμανικούς χώρους λατρείας ήταν μια ελάχιστη χειρονομία για να επιβεβαιωθεί η κυριαρχία των Οθωμανών. Ωστόσο, κατά τις πρώτες δύο εβδομάδες μετά την Άλωση, η μόνη εκκλησία που μετατράπηκε σε τζαμί ήταν η Αγία Σοφία, ενώ μέχρι το 1481 (τέλος της βασιλείας του Μωάμεθ Β΄) τέσσερις μόνο είναι γνωστό ότι αφιερώθηκαν στη μουσουλμανική λατρεία: ο Παντοκράτωρ (Ζεϊρέκ τζαμί), ο Χριστός Παντεπόπτης (Εσκί ιμαρέτ), η Κυριώτισσα (Καλεντέρχανε τζαμί) και ο Σαν Ντομένικο (Αράπ τζαμί). Οι υπόλοιπες παρέμεναν άδειες και σιωπηλές. Αυτό συνέβη γιατί, το Μάιο του 1453, η πάλαι ποτέ Βασιλεύουσα που πρόσφερε στους πολεμιστές του ο Μωάμεθ Β΄, ο επονομαζόμενος στο εξής «Πορθητής», δεν ήταν παρά μία έρημη πόλη, κατά μεγάλο μέρος εγκαταλελειμμένη από τους κατοίκους της. Στο πλαίσιο της έντονης εποικιστικής πολιτικής που ακολουθήθηκε με στόχο την επανασύνθεση του κοινωνικού ιστού, συμπαγείς χριστιανικοί πληθυσμοί μεταφέρθηκαν από άλλες περιοχές και εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα –εφεξής– της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι νεοφερμένοι αυτοί, για τις θρησκευτικές ανάγκες των οποίων ξαναλειτούργησαν πολλές από τις εκκλησίες της Κωνσταντνινούπολης, προέρχονταν από τη Μαύρη θάλασσα, την Κριμαία, αλλά και τη Μυτιλήνη, τη Σαμοθράκη, την Εύβοια και τη Φώκαια.

Τον Ιανουάριο του 1454, στον πρώτο Πατριάρχη της Οθωμανικής περιόδου, το Γεννάδιο Β΄, παραχωρείται ο ναός των Αγίων Αποστόλων ως έδρα του Πατριαρχείου. Αλλά ο τόπος ήταν έρημος και, όταν ένα πρωί βρέθηκε μέσα στο προαύλιο του ναού το πτώμα ενός Οθωμανού, ο Πατριάρχης αποφάσισε να αποσυρθεί στην εκκλησία της Παναγίας της Παμμακαρίστου, σε μια χριστιανική συνοικία. Όσο για το ναό των Αγίων Αποστόλων, κατεδαφίστηκε το 1459 και στη θέση του ανοικοδομήθηκε το τζαμί του Πορθητή (Φατίχ).

Ο εξισλαμισμός της νέας οθωμανικής πρωτεύουσας υπήρξε λοιπόν όχι μόνο σταδιακός αλλά και σχετικός – σε καμιά περίπτωση απόλυτος και συνολικός. Εφόσον οι νέοι κύριοι της Πόλης ανέχονταν (ή και ενθάρρυναν) την παρουσία αλλόθρησκων πληθυσμών, δεν ήταν δυνατό να καταργήσουν τους χώρους λατρείας τους. Ωστόσο, οι εκκλησίες που διατηρήθηκαν ή οι συναγωγές που θεμελιώθηκαν κατά τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης ήταν κατά κανόνα κτίσματα ταπεινά, άκρως διακριτικά ενταγμένα στον αστικό ιστό. Αντίθετα, ογκώδη και με έντονα «μνημειακή» όψη, τα μουσουλμανικά συμπλέγματα που τα μέλη της δυναστείας του Οσμάν ανήγειραν (π.χ. ο Μωάμεθ Πορθητής, ο Βαγιαζήτ, ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής) στόχευαν να διακηρύξουν την κυριαρχία των σουλτάνων αλλά και την εδραίωση της οθωμανικής εξουσίας στις ακτές του Βοσπόρου. Ορατά από απόσταση, τα περισσότερα από τα μεγάλα τεμένη κυριαρχούν στο τοπίο της Πόλης, αδιάσειστοι μάρτυρες πέντε αιώνων μουσουλμανικής παρουσίας. Για την κατασκευή δε κάποιων από αυτά τα μνημειώδη συμπλέγματα χρησιμοποιήθηκε οικοδομικό υλικό προερχόμενο από χριστιανικούς ναούς που είχαν περιπέσει σε αχρησία ή είχαν κατεδαφιστεί. Για παράδειγμα, το επιβλητικό και αχανές τζαμί του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, έργο του περίφημου αρχιτέκτονα Σινάν (1489-1588), χτίστηκε κατά μεγάλο μέρος με ό,τι απέμεινε από το ναό της Αγίας Ευφημίας της Χαλκηδόνας (Καντίκιοϊ), του οποίου η θεμελίωση αποδίδεται στο Μεγάλο Κωνσταντίνο.

2. Ορθόδοξοι ναοί και αστικό τοπίο στην Κωνσταντινούπολη

Χάρη στην αφθονία γραπτών πηγών (χρονικά, απογραφές) που εύλογα συνόδευσαν και κατέγραψαν μια ανατροπή τόσο δραματική όσο η Άλωση της Πόλης, είμαστε σήμερα σε θέση να ανασυνθέσουμε, έστω εν μέρει, την εικόνα του αστικού τοπίου και ειδικότερα των χριστιανικών συνοικιών κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα. Δυστυχώς, για τους επόμενους αιώνες (16ο έως 18ο) η διασπορά των ορθόδοξων χώρων λατρείας παραμένει ασαφής. Οι πληροφορίες πάντως δε λείπουν. Εκτός από τους ανά συνοικία οθωμανικούς ονομαστικούς καταλόγους για την καταβολή του κεφαλικού φόρου των ετών 1540 και 1544, όπου απογράφονται τα μέλη των ρωμαιο-ορθόδοξων ενοριών και τους οποίους μελέτησε ο Στέφανος Γεράσιμος, όσοι έχουν ενδιαφερθεί για τους ορθόδοξους ναούς της Πόλης γνωρίζουν τις καταγραφές του Πέτρου Γύλλιου (1547), του Ρώσου Τρύφωνα Καραμπέινικοφ (1593), του Αντώνιου Πατεράκη (1604), του Thomas Smith (1675), αλλά και τις εμπεριστατωμένες αναδιφήσεις των Μανουήλ Γεδεών και Α. Παπαδόπουλου-Κεραμέως. Ωστόσο, το υλικό αυτό δεν αρκεί για να χαρτογραφηθεί με ακρίβεια η ορθόδοξη παρουσία στην οθωμανική πρωτεύουσα, κυρίως διότι τα ονόματα αλλά και η τοποθεσία αρκετών ναών φαίνεται να έχουν μεταβληθεί ανάμεσα σε δύο καταγραφές. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον Καραμπέινικοφ, το 1593 η Πόλη αριθμούσε 46 χριστιανικούς ναούς. Έντεκα χρόνια αργότερα (1604), ο Πατεράκης αναφέρει 47. Αλλά οι δύο κατάλογοι δεν είναι όμοιοι· υπάρχουν ναοί που σημειώνει ο μεν και παραλείπει ο δε, ενώ παράλληλα στη λίστα του 1604 περιλαμβάνονται και έξι νέοι που δεν εμφανίζονται σε αυτήν του 1593.

Στις πολυάριθμες μελέτες του σχετικά με τις ορθόδοξες εκκλησίες της Πόλης, ο Μανουήλ Γεδεών υποστηρίζει ότι οι μετονομασίες των ναών, οι εκκλησίες που εξαφανίζονται σε ορισμένες συνοικίες και επανεμφανίζονται μερικές δεκαετίες αργότερα με το ίδιο ή άλλο όνομα, αντανακλούν δημογραφικές ανακατατάξεις. Ο ίδιος συγγραφέας –πνευματική μορφή του τέλους της Οθωμανικής περιόδου, που ενδιαφέρθηκε και για την κατάσταση των ορθόδοξων χώρων λατρείας κατά το 17ο αιώνα– σημειώνει ότι πολλές εκκλησίες καταστράφηκαν από πυρκαγιές (το 1660 τρεις στο Γαλατά· το 1730 έντεκα· το 1772 τρεις στο Νηχώρι· το 1782 επτά στη Βλάγκα και τα Ψωμαθειά) και η πενία του «Γένους» ήταν τόσο μεγάλη που «μεθ’ ὅλην τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἐπιείκειαν τῶν εὐκλειῶν τοῦ Πορθητοῦ διαδόχων, οὐδεμία ἢν δυνατὸν νὰ ἀνακτισθῇ φέρουσα τὸ πρότερον κάλλος ἢ σχέδιον».1

Την εποχή του Τανζιμάτ, οι άδειες ανέγερσης χριστιανικών ναών πολλαπλασιάζονται. Οι περισσότερες από τις περίπου 80 εκκλησίες που, στις αρχές του 21ου αιώνα, λειτουργούν στα όρια της αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και των μητροπόλεων Χαλκηδόνος, Δέρκων και Πριγκιποννήσων είναι κτίσματα του 19ου αιώνα. Ωστόσο, ακόμα και κατά τη «φιλελεύθερη» περίοδο των μεταρρυθμίσεων, οι χριστιανικοί ναοί που ανεγείρονται ή επισκευάζονται είναι κατά κανόνα ταπεινοί και δυσδιάκριτοι στο αστικό τοπίο. Ο Άγιος Γεώργιος Αντιφωνητής στο Φανάρι (1830), η Παναγία Χαντζεριώτισσα στο Τεκφούρ σαράι (1837), ο Άγιος Μηνάς Υψωμαθείων (1833) ή η Παναγία του Παλαιού Μπάνιου στο Μπεσικτάς (1864;) είναι, από την άποψη αυτή, αντιπροσωπευτικά δείγματα. Αντίθετα, αξιοσημείωτη (αν και όχι μοναδική) εξαίρεση αποτελεί η εκκλησία της Αγίας Τριάδας Σταυροδρομίου που «δεσπόζει» στη νότια άκρη της πλατείας Ταξίμ και της οποίας τα θυρανοίξια τελέστηκαν με μεγαλοπρέπεια το Σεπτέμβριο του 1880. Για την πολίτικη ρωμιοσύνη, η Αγία Τριάδα, έργο του αρχιτέκτονα Βασιλάκη εφέντη Ιωαννίδη, συνιστά ιδιάζουσα περίπτωση όχι μόνο λόγω του όγκου και των διαστάσεων της, αλλά και διότι η αποπεράτωσή της κινδύνεψε πολλές φορές να ματαιωθεί λόγω ανεπάρκειας πόρων· χρειάστηκε να κινητοποιηθεί η γενναιοδωρία των εύπορων Ρωμιών της εποχής για να δοθεί αίσιο τέλος στην κατασκευή της, που διήρκεσε πάνω από είκοσι χρόνια. Όταν εν τέλει πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια της Αγίας Τριάδας, είχαν τεράστια συμβολική σημασία, αφού το σύνολο των κατοίκων της Πόλης –ορθόδοξοι και μη– μπόρεσε να αντιληφθεί ότι η ορθόδοξη κοινότητα είναι σε θέση να αναλάβει και να πραγματοποιήσει έργα φιλόδοξα και μεγαλεπήβολα, σημαδεύοντας και μετασχηματίζοντας το αστικό τοπίο. Αν η ανέγερση της Αγίας Τριάδας είχε ναυαγήσει, ίσως να μην είχαν οικοδομηθεί το Ζάππειο Παρθεναγωγείο (1885), η Μεγάλη του Γένους Σχολή (1882), το Ζωγράφειο Λύκειο (1893).

3. Το βακουφικό καθεστώς των εκκλησιών

Στις οθωμανικές πόλεις, η συντήρηση των χώρων θρησκευτικής λατρείας (είτε πρόκειται για εκκλησίες, συναγωγές ή τζαμιά) εξασφαλίζεται κατά κανόνα με τα έσοδα που αποφέρει η μίσθωση ακινήτων (μαγαζιά, εργαστήρια, σπίτια) που συνήθως γειτνιάζουν με αυτούς. «Βακουφικά» όσον αφορά το νομικό τους καθεστώς από το 1935 κι έπειτα, τα ακίνητα αυτά δεν μπορούν αρχικά να μεταβιβαστούν προς πώληση, αφού ο σκοπός κτήσης και ύπαρξής τους είναι η συντήρηση του θρησκευτικού κτίσματος από το οποίο εξαρτώνται. Οι περισσότεροι χριστιανικοί ναοί της Πόλης αποτέλεσαν δηλαδή (και συνεχίζουν να αποτελούν) τον πυρήνα ενός οικοδομικού συμπλέγματος κατά το πρότυπο των μουσουλμανικών τεμένων. Για παράδειγμα αναφέρονται ο ναός της Αγίας Ευφημίας, στον οποίο «ανήκουν» πλείστα μαγαζιά και εργαστήρια στην αγορά του Καντίκιοϊ (Χαλκηδόνα), η εκκλησία της Αγίας Τριάδας στο Ταξίμ, από την οποία εξαρτώνται τα κτίσματα (καταστήματα, εστιατόρια κ.λπ.) που την περιβάλλουν, αλλά και η Παναγία του Πέρα (Σταυροδρόμι, Μπέηογλου), η οποία γειτονεύει με ένα επιβλητικό «απαρτμάν» (πολυκατοικία).

4. Ναοί άλλων ορθοδόξων εκκλησιών

Από το 19ο αιώνα κι έπειτα, η γεωγραφία των ορθόδοξων ναών της Πόλης φέρει τα ίχνη των αλλαγών που προκάλεσε η σύσταση των εθνικών κρατών και η δημιουργία αυτοκέφαλων Εκκλησιών στα Βαλκάνια. Εκτός από τους ναούς που υπάγονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπάρχουν και όσοι διοικούνται από άλλες Εκκλησίες, και ειδικότερα τη ρωσική, τη βουλγαρική και τη ρουμανική, οι οποίες δε χρησιμοποιούν την ελληνική ως λειτουργική γλώσσα, αν και ακολουθούν το ίδιο λατρευτικό βυζαντινό τυπικό. Σε μια άκρως εμπεριστατωμένη μελέτη, ο Βασίλειος Σταυρίδης αναφέρει τέσσερα ρωσικά ορθόδοξα μετόχια στο Γαλατά (Αγίου Παντελεήμονα, Αγίου Ανδρέα, Προφήτη Ηλία, Αγίας Τριάδας), που ιδρύθηκαν περί το 1870 και λειτούργησαν ως κέντρα διαμονής για τους πολυάριθμους Ρώσους προσκυνητές του τέλους του 19ου αιώνα. Κατά τη δεκαετία του 1920, τα κτήρια αυτά χρησιμοποιήθηκαν για να στεγάσουν πρόσφυγες που κατά χιλιάδες έφταναν στην Πόλη μετά την επανάσταση του Οκτώβρη του 1917. Το 1930, ο ναός του Αγίου Ανδρέα διακόπτει τη λειτουργία του, τα μετόχια καταλαμβάνονται από την τουρκική αστυνομία και παραδίδονται στη φορολογική υπηρεσία. Ο Σταυρίδης απαριθμεί επίσης τους βουλγαρικούς ναούς που λειτουργούσαν στις αρχές του 21ου αιώνα: ο Άγιος Ιωάννης της Ρίλας στο Σισλί (χρονολογία ίδρυσης: 1870), ο Άγιος Στέφανος στο Φανάρι (η περίφημη λυόμενη μεταλλική εκκλησία, 1898), ο κοιμητηριακός ναός του Αγίου Δημητρίου (1921) και το παρεκκλήσι του Αγίου Παντελεήμονα μέσα στο βουλγαρικό νοσοκομείο. Όσο για τους Ρουμάνους, των οποίων η δημογραφική παρουσία στην Πόλη αυξήθηκε θεαματικά μετά το 1990, «φιλοξενήθηκαν» από το 2004, έπειτα από συμφωνία μεταξύ του Πατριαρχείου Ρουμανίας και του Φαναρίου και με άδεια των τουρκικών αρχών, στο ναό της Αγίας Παρασκευής Πικριδίου (Χάσκιοϊ).

Τέλος, ως παράγωγο της εποχής των εθνικισμών, η τουρκορθόδοξη Εκκλησία του Παπα-Ευθύμ αξίζει ειδική μνεία. Η Εκκλησία αυτή, που ιδρύθηκε στην Καππαδοκία λίγο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή με την υποστήριξη των κεμαλικών κύκλων και με στόχο την αποσταθεροποίηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, υιοθέτησε την τουρκική ως λειτουργική γλώσσα και απευθυνόταν κυρίως στους τουρκόφωνους ορθόδοξους της Ανατολίας (Καραμανλήδες). Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών και την αναχώρηση όλων των ορθόδοξων χριστιανών της Μικρασίας για την Ελλάδα, το εγχείρημα του Παπα-Ευθύμ στερούνταν δημογραφικής βάσης και δεν είχε πια καμιά σημασία. Το αυτοαποκαλούμενο «τουρκορθόδοξο πατριαρχείο» περιορίστηκε στη συνοικία του Γαλατά της Πόλης όπου ιδιοποιήθηκε, με τη σιωπηρή έγκριση των αρχών, τις πλούσιες ορθόδοξες ενορίες και ναούς, την Παναγία Καφατιανή, τον Άγιο Ιωάννη των Χίων και το ναό Σωτήρος Χριστού.

5. Η αφιέρωση των ναών

Τα ονόματα των ναών, όπως αυτά καταγράφονται από το 15ο μέχρι και το 18ο αιώνα, εκφράζουν εν πολλοίς την προσήλωση των πιστών σε συγκεκριμένες μορφές της ιστορίας του χριστιανισμού. Ανάμεσά τους η Μητέρα του Χριστού, ο άγιος Γεώργιος, ο άγιος Δημήτριος, η αγία Παρασκευή, ο άγιος Νικόλαος, οι άγιοι Παντελεήμων και Χαράλαμπος κατέχουν επίλεκτη θέση.

5.1. Η Παναγία

Οι πολυάριθμοι ναοί που έχουν κατά καιρούς αφιερωθεί στην Παναγία φέρουν ποικίλα ονόματα, από τα οποία άλλα δηλώνουν τοπωνύμια, ενώ άλλα εκφράζουν ιδιότητές της ή μνημονεύουν γεγονότα-σταθμούς του βίου της: Παμμακάριστος, Περίβλεπτος, Ελπίδα, Γοργοεπήκοος, των Ουρανών, Ζωοδόχος Πηγή, αλλά και Μουχλιώτισσα, Κυριώτισσα, Χαντζεριώτισσα, Σούδας, Βεφά, Βλαχερνών, Καφατιανή, Μπαλίνου, Παλαιού Μπάνιου, Εισοδίων, Ευαγγελίστρια. Για τους χριστιανούς κατοίκους της Πόλης η Θεοτόκος δεν είναι απλώς η Μητέρα του Χριστού την οποία τιμούν και λατρεύουν όλοι οι χριστιανοί, όπου κι αν βρίσκονται. Πρόκειται για πρόσωπο οικείο, που «πήρε μέρος» σε διάφορα κρίσιμα γεγονότα της πολυκύμαντης διαδρομής της πόλης σημαδεύοντας έντονα τη συλλογική μνήμη. Η περίπτωση της Παναγίας των Βλαχερνών είναι από τις πιο ενδεικτικές –αλλά και τις πιο γνωστές– της «ενεργούς» συμμετοχής της Παρθένου Μαρίας στην τοπική ιστορία.

Ένα πρώτο ταπεινό κτίσμα αφιερωμένο στην Παναγία των Βλαχερνών οικοδομήθηκε το 430 στην τοποθεσία μιας πηγής της οποίας το νερό θεωρούνταν θαυματουργό (αγίασμα). Μερικά χρόνια αργότερα, όταν το πέπλο της Μαρίας ανακαλύφθηκε στην Ιερουσαλήμ και στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας Λέων Α΄ (457-474) ανήγειρε στο σημείο αυτό ένα ναό για να φυλαχθεί το ιερό αντικείμενο. Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος, σε μια εξαιρετική τοπογραφική περιγραφή της Κωνσταντινούπολης που μας κληροδότησε, αναφέρει ότι, όταν έφευγαν για εκστρατεία, οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες έπαιρναν μαζί τους το ύφασμα αυτό, που το θεωρούσαν «φυλαχτό», και το χρησιμοποιούσαν ως σημαία. Κατά τη βασιλεία του Λέοντος Α΄, στο ναό των Βλαχερνών κατατέθηκε και μια ζώνη της Θεοτόκου. Τέσσερις αιώνες αργότερα, η ζώνη αυτή πιστεύεται ότι «απελευθέρωσε» την αυτοκράτειρα Ζωή, σύζυγο του Λέοντος του Σοφού, από τα «δαιμόνιά» της. Έκτοτε, το θαύμα αυτό μνημονεύεται από την ορθόδοξη Εκκλησία κάθε 31η Αυγούστου.

Από αυτή τη μακραίωνη διαδρομή, η συλλογική μνήμη των Ρωμιών συγκράτησε κυρίως την παρέμβαση της Παναγίας των Βλαχερνών κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Αβάρους το 626, σε μια περίοδο κατά την οποία ο αυτοκράτορας Ηράκλειος απουσίαζε σε εκστρατεία κατά των Περσών. Εδώ, πάνω στα τείχη, φέρεται να εμφανίστηκε πάνοπλη η Παρθένος Μαρία για να εμψυχώσει τους Βυζαντινούς στρατιώτες και να σώσει την Πόλη της. Κι εδώ επίσης συγκεντρώθηκε έπειτα ο λαός της Βασιλεύουσας, για να υμνήσει την Παναγία. Μέχρι και στις αρχές του 21ου αιώνα, παρά τη δημογραφική συρρίκνωση της πολίτικης ρωμιοσύνης, κάθε Σάββατο πρωί της πέμπτης εβδομάδας της Σαρακοστής ο ταπεινός ναός των Βλαχερνών γεμίζει από πιστούς που έρχονται για να τιμήσουν τη μνήμη αυτού του συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος.

5.2. Ο άγιος Γεώργιος

Την ξεχωριστή θέση που κατέχει στις τοπικές λαϊκές λατρευτικές πρακτικές ο άγιος Γεώργιος, που γιορτάζεται την 23η Απριλίου και στον οποίο οι Πολίτες έχουν αφιερώσει πλείστους ναούς, την οφείλει εν μέρει στην ικανότητά του να συντρίβει τους πολλαπλούς «δράκους» της ανθρώπινης ύπαρξης. Ωστόσο, η 23η Απριλίου, που συμπίπτει, σύμφωνα με το ιουλιανό ημερολόγιο, με την 6η Μαΐου, είναι μέρα σημαντική και για τους μουσουλμάνους, που γιορτάζουν το Χιντρελέζ. Συνδεδεμένη με την αναγέννηση της φύσης και την αρχή της άνοιξης (όπως η γιορτή του αγίου Δημητρίου, στις 26 Οκτωβρίου, σηματοδοτεί το πέρασμα στη χειμερινή περίοδο), ενώνει, μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα, χριστιανούς και μουσουλμάνους γύρω από κοινές λατρευτικές εκδηλώσεις και διαβατήριες τελετές για τις οποίες σώζονται πλείστες μαρτυρίες. Στην τουρκική μεγαλούπολη του 2000, είναι ευρύτατα γνωστή η περίπτωση των δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων προσκυνητών που συρρέουν κάθε χρόνο την 23η Απριλίου στο μονή του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά στην Πρίγκιπο για να τιμήσουν, αλλά και να ικετέψουν τον άγιο «απελευθερωτή» να τους ελεήσει. Όσο για τις άλλες συνοικίες της Πόλης όπου λειτουργούν ακόμη ναοί αφιερωμένοι στον άγιο Γεώργιο (Ορτάκιοϊ, Ψωμαθειά, Φανάρι, Εδιρνεκαπού, Γιελδεγιρμέν, Κουζγκουντζούκι, Τσενγκέλκιοϊ, Μακροχώρι), η 23η Απριλίου παραμένει μια ξεχωριστή μέρα για τους μουσουλμάνους περιοίκους, πολλοί από τους οποίους δεν παραλείπουν να ανάψουν ένα κερί στη μνήμη του.

5.3. Οι άλλοι άγιοι

Προστάτης των ναυτικών αλλά και όλων όσοι κερδίζουν το ψωμί τους από τη θάλασσα (ψαράδες, βαρκάρηδες, περαματάρηδες, πολυάριθμοι στην Πόλη μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα), ο άγιος Νικόλαος διαθέτει φερώνυμους ναούς στο Γαλατά, στο βοσπορίτικο Νηχώρι, στο Τζιμπαλί, στα Ψωμαθειά, στο Τοπ Καπί, αλλά και στη Χάλκη και την Πρίγκιπο.

Η αγία Παρασκευή, καθώς και –αν και σε πιο περιορισμένη έκταση– οι άγιοι Παντελεήμων και Χαράλαμπος συγκαταλέγονται κι αυτοί στις μορφές του χριστιανισμού που σημάδεψαν την καθημερινότητα και τον ψυχισμό του απλού κόσμου της Πόλης. Άγιοι θεραπευτές, υπήρξαν για αιώνες ύστατο καταφύγιο και ελπίδα απέναντι σε ενδημικές παθήσεις, αλλά και όποτε οι κάθε λογής επιδημίες (ιδίως πανούκλας, χολέρας, τύφου) επισκέπτονταν τον τόπο. Αξίζει να σημειωθεί ενδεικτικά ότι στο σύνολο της περιφέρειας της Πόλης σώζονται περί τα 70 αγιάσματα που είναι αφιερωμένα στην αγία Παρασκευή, χώρια οι τέσσερις εν ενεργεία ακόμη εκκλησίες (στο Χάσκιοϊ, τα Θεραπειά, το Μπιουγιούκ Ντερέ, το Μπέικοζ). Μικρασιάτες στην καταγωγή και εξίσου αποτελεσματικοί όταν παρεμβαίνουν για να καταπραΰνουν τον ανθρώπινο πόνο, οι άγιοι Παντελεήμων και Χαράλαμπος έχουν κι αυτοί τις θαυματουργές πηγές τους στο Κουζγκουντζούκι, στο Τσενγκέλκιοϊ, στο Μπεμπέκι, όπου διατηρείται η μνήμη τους αλλά και οι παραδόσεις της ορθόδοξης Ανατολίας.

Όπως η Παναγία, έτσι και ο άγιος Γεώργιος, ο άγιος Δημήτριος, ο άγιος Νικόλαος, η αγία Παρασκευή, ο άγιος Χαράλαμπος ή ο άγιος Παντελεήμων αποτελούν για την Πόλη μορφές-φάρους, των οποίων η λατρεία ενώνει, εδώ και αιώνες, χριστιανούς και αλλόθρησκους (και ιδιαίτερα μουσουλμάνους) γύρω από κοινές λατρευτικές πρακτικές, καταργώντας κάποια από τα τείχη που υψώνουν οι επίσημες θρησκείες ανάμεσα στους ανθρώπους.

Η σχετική ανομοιογένεια που εμφανίζει στις μέρες μας ο χάρτης των ορθόδοξων ναών της Πόλης κάθε άλλο παρά πρωτότυπη είναι. Η διαχρονική εξέτασή του, η ανάγνωση των διαδοχικών στρωμάτων της συλλογικής πολίτικης μνήμης επιβεβαιώνει, αντίθετα, ότι η πολυφωνία και η πολλαπλότητα των πολιτισμικών ταυτοτήτων είναι ανέκαθεν εκ των ουκ άνευ χαρακτηριστικό της ανατολικής ορθόδοξης Εκκλησίας, της οποίας τη μακροβιότητα εξασφαλίζει η οικουμενικότητα.



1. Γεδεών, Μ., «Εκκλησίαι των ορθοδόξων εν Κωνσταντινουπόλει. Ιστορικαί ειδήσεις περί τε των ιερών ναών και περί των παρ’ αυτής σχολείων», Πατριαρχικοί Πίνακες (Αθήνα 1996), σελ. 644.