Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Μονή Μυρελαίου (Μποντρούμ Τζαμί)

Συγγραφή : Φαφαλιός Μάρκος (30/7/2007)

Για παραπομπή: Φαφαλιός Μάρκος, «Μονή Μυρελαίου (Μποντρούμ Τζαμί)», 2007,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=10899>

Μονή Μυρελαίου (Μποντρούμ Τζαμί) (16/7/2009 v.1) Myrelaion Monastery (Bodrum Camii) (15/7/2007 v.1) 
 

1. Θέση, ταύτιση και χρονολόγηση του μνημείου

Το Μυρέλαιο (σημ. Bodrum Camii, Μποντρούμ Τζαμί) βρίσκεται στην περιοχή Aksaray του Eminönü, στην Κωνσταντινούπολη. Αν και η θέση του στη βυζαντινή πόλη δεν καθορίζεται με σαφήνεια από τις πηγές, τοποθετείται γενικά νοτίως της Μέσης οδού αλλά βορειότερα από την πύλη του Επτασκάλου, δηλαδή στην περιοχή του σημερινού Bodrum Camii, γεγονός που αποτέλεσε ένα από τα επιχειρήματα για την ταύτιση των δύο μνημείων.1

Η ακριβής χρονολογία ανέγερσης του ναού δεν μας είναι γνωστή. Επρόκειτο όμως για το καθολικό της μονής του Μυρελαίου που ίδρυσε, σύμφωνα με τις πηγές, ο αυτοκράτορας Ρωμανός Α΄ Λεκαπηνός (920-944).2 Το 922 ενταφιάστηκε στο ναό η σύζυγος του Ρωμανού Α΄ Θεοδώρα.3 Επομένως, η ίδρυση του μνημείου θα πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ 920 (έτος κατά το οποίο ο Ρωμανός Α΄ ανήλθε στο θρόνο) και 922, οπότε ο ναός θα πρέπει να ήταν σχεδόν έτοιμος εφόσον χρησιμοποιήθηκε για την ταφή της αυτοκράτειρας.
Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Οθωμανούς ο ναός μετατράπηκε σε τέμενος. Τη χρήση αυτή τη διατήρησε μέχρι τον 20ό αιώνα.

2. Ιστορική αναδρομή

2.1. Η Μονή

Η μόνη αναφορά στη Μονή του Μυρελαίου που τοποθετεί τη μονή πριν από τον Ρωμανό Α΄ γίνεται στα Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως, όπου εμφανίζεται ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ (741-775) να αποκαλεί χλευαστικά τη μονή «Ψαρέλαιον».4 Πρόκειται πάντως για μιαν αναφορά που θεωρείται μάλλον αναξιόπιστη, ενώ οι περισσότερες πηγές συγκλίνουν στην ίδρυση της μονής από τον Ρωμανό Α΄, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζεται να μετατρέπει σε μονή το παρακείμενο παλάτι του.5 Μετά το θάνατο του Ρωμανού, το καθίδρυμά του συνέχισε να λειτουργεί ως γυναικείο μοναστήρι τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 11ου αιώνα, έχοντας φιλοξενήσει μέλη αυτοκρατορικών οικογενειών ως μοναχές και έχοντας δεχτεί αυτοκρατορικές δωρεές σε γαίες· το 14ο αιώνα και πριν από το 1315 μετατράπηκε σε ανδρική μονή.6 Τελευταία φορά η μονή αναφέρεται πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, γύρω στο 1400, με αφορμή κάποια αγοραπωλησία, ενώ δεν γνωρίζουμε την τύχη της ύστερα από αυτήν.7

2.2. Το καθολικό

Το καθολικό της μονής φαίνεται ότι προοριζόταν εξαρχής για ταφικό μνημείο της οικογένειας των Λεκαπηνών.8 Το 922 έγινε εκεί η πρώτη ταφή, της Θεοδώρας, συζύγου του Ρωμανού Α΄. Ο μεγαλύτερος γιος του αυτοκράτορα, ο συναυτοκράτορας Χριστόφορος, ετάφη στο Μυρέλαιο το 931. Ακολούθησε άλλος ένας γιος του Ρωμανού, ο Κωνσταντίνος, το 946, ο οποίος ετάφη στο ίδιο μνήμα με τη σύζυγό του Ελένη, που είχε πεθάνει το 940. Το 948 έγινε η μετακομιδή της σορού του Ρωμανού Α΄, που πέθανε εξόριστος στο νησί Πρώτη. Τέλος, το 961, η κόρη του Ρωμανού και χήρα του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου Ελένη ετάφη δίπλα στη οικογένειά της στο καθίδρυμα του πατέρα της.

Το 1203 καταστράφηκε από πυρκαγιά εξαιτίας εμπρησμού9 και ερειπώθηκε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1204-1261). Γύρω στο 1300, επί Παλαιολόγων, υπέστη, όπως προκύπτει από τα ευρήματα των ανασκαφών, μεγάλης κλίμακας αναστηλωτικές εργασίες που άλλαξαν πολλά στοιχεία του αρχικού κτίσματος απλουστεύοντας την αρχική του μορφή.10

Περίπου 50 χρόνια μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, ο μεγάλος βεζίρης Mesih Ali Paşa μετέτρεψε το ναό σε τζαμί. Έκτοτε το μνημείο ονομαζόταν Bodrum Camii, εξαιτίας του υπόγειου χώρου στην υποδομή του, ή αλλιώς Mesih Paşa Camii, από το όνομα του ιδρυτή του.11 Φαίνεται όμως ότι και το όνομα «Μυρέλαιον» δεν είχε ξεχαστεί, αφού λίγο πριν από τα μέσα του 16ου αιώνα ο περιηγητής Gilles που επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη απέδωσε στο Bodrum Camii τη βυζαντινή ονομασία.12 Γύρω στο 1784, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γάλλου περιηγητή Le Chevalier, το μνημείο υπέστη καταστροφές από πυρκαγιά και η βόρεια πλευρά του χρειάστηκε επισκευές.13 Το 1911 μια νέα πυρκαγιά έπληξε το μνημείο, το οποίο έκτοτε εγκαταλείφθηκε και ερειπώθηκε. Από το 1964-65 ξεκίνησαν, υπό την αιγίδα του Αρχαιολογικού Μουσείου της Κωνσταντινούπολης, εργασίες αναστήλωσης, οι οποίες όμως προκάλεσαν αλλοιώσεις στο μνημείο.14

Οι πρώτες αρχαιολογικές έρευνες στο μνημείο έγιναν στις αρχές του 20ού αιώνα από τους Van Millingen15 και Εbersolt,16 όταν λειτουργούσε ακόμη ως μουσουλμανικό τέμενος, και τα στοιχεία που προέκυψαν ήταν πολύ περιορισμένα – πρόκειται στην πραγματικότητα για απλές περιγραφές του ναού. Μετά την ερήμωση του μνημείου, οι περιορισμένης έκτασης ανασκαφικές εργασίες του Talbot Rice στη δεκαετία του 1930 τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο ναός ήταν κτίσμα του 11ου αιώνα το οποίο κτίστηκε πάνω σε υποδομή του 7ου αιώνα.17 Την ίδια υπόθεση ενστερνίστηκε αργότερα ο Βals, ο οποίος θεώρησε το κτίσμα ταφικό, με υπόγεια κρύπτη.18 Την παραπάνω χρονολόγηση ανέτρεψε ο Striker, ο βασικός μελετητής του μνημείου, ο οποίος ύστερα από συστηματικές ανασκαφές κατέληξε στο ότι ο ναός και η υποδομή του είναι σύγχρονοι.19 Ο ίδιος μελετητής απέδειξε ότι η ταύτιση του Bodrum Camii με το καθολικό της μονής του Μυρελαίου είναι ασφαλής και πέραν αμφισβήτησης.

3. Αρχιτεκτονική περιγραφή

3.1. Ο αρχιτεκτονικός τύπος

Ο ναός, με εξωτερικές διαστάσεις 11,22 μ. × 17,50 μ. και κάτοψη σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου τετρακιόνιου με τρεις αψίδες στα ανατολικά, κτίστηκε εξ ολοκλήρου με πλίνθους, πάνω σε υψηλή υποδομή. Η υποδομή αυτή ήταν απαραίτητη για να έλθει ο ναός στο ίδιο επίπεδο με το γειτονικό συγκρότημα του ανακτόρου του Ρωμανού, με το οποίο κτίστηκε σε επαφή και φαίνεται ότι επικοινωνούσε άμεσα.20

Η εκκλησία του Μυρελαίου μαζί με τη βόρεια εκκλησία της Μονής Λιβός (η οποία είναι πρωιμότερη και χρονολογείται στο 907)21 αποτελούν τα πρωιμότερα παραδείγματα απαρτισμένου σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο στην πρωτεύουσα.22 Θεωρείται δε ότι και τα δύο μνημεία αντιγράφουν ως προς τον αρχιτεκτονικό τους τύπο το κατεστραμμένο από το 15ο αιώνα μνημείο της Νέας Εκκλησίας, την οποία εγκαινίασε ο αυτοκράτορας Βασίλειος Α΄ περί το 880.23

3.2. Μορφολογία του εσωτερικού

Ο ναός αποτελείται από νάρθηκα στα δυτικά, τετράγωνο κυρίως ναό και Ιερό Βήμα με παραβήματα (πρόθεση και διακονικό) στα ανατολικά. Ο νάρθηκας ακολουθεί την τριμερή διαίρεση του κυρίως ναού. Ο μεσαίος χώρος, ευρύτερος από τους άλλους δύο, στεγάζεται με ασπίδα πάνω σε λοφία, ενώ οι πλάγιοι με σταυροθόλια. Στις στενές πλευρές του νάρθηκα ανοίγονται ημικυκλικές κόγχες, ενώ στα ανατολικά επικοινωνεί με τον κυρίως ναό μέσω τριών θυραίων ανοιγμάτων.

Ο κυρίως ναός είναι τετράγωνος στην κάτοψη, με πλευρά 8 μ., και διαμορφώνεται από εγγεγραμμένο ισοσκελή σταυρό με κεραίες πλάτους 4 μ. Ο τρούλος του ναού, διαμέτρου 5,50 μ., πτυχωτός, με ψηλό (3,15 μ.), οκτάπλευρο τύμπανο, στηρίζεται σε τέσσερις κτιστούς πεσσούς. Οι ανασκαφές του Striker, ωστόσο, απέδειξαν ότι οι πεσσοί αυτοί ανήκουν σε μεταγενέστερη φάση του μνημείου και ότι αρχικά ο τρούλος στηριζόταν σε τέσσερις κίονες. Οι κεραίες του σταυρού καθώς και τα γωνιακά διαμερίσματα καλύπτονται με σταυροθόλια.

Στα ανατολικά ανοίγεται το Ιερό Βήμα πλαισιωμένο από τα παραβήματα (την πρόθεση και το διακονικό). Το Βήμα, με ορθογώνια κάτοψη και ημικυκλική κόγχη στα ανατολικά, στεγάζεται με σταυροθόλιο. Δύο τοξωτά ανοίγματα στους πλάγιους τοίχους του, βορινό και νότιο, οδηγούν στα παραβήματα. Τα τελευταία παρουσιάζουν κάτοψη τρίκογχου, με ημικυκλικές κόγχες να ανοίγονται στον βόρειο, νότιο και ανατολικό τοίχο του καθενός. Στεγάζονται δε με ασπίδες πάνω σε λοφία.

3.3. Μορφολογία του εξωτερικού

Εξωτερικά, μία σειρά από κτιστούς ημικυκλικούς πεσσούς προβάλλει στις επιφάνειες των εξωτερικών τοίχων την εσωτερική αρχιτεκτονική διάρθρωση του ναού και προσδίδει πλαστικότητα και πολυπλοκότητα στη δυτική, βόρεια και νότια όψη του. Οι επιφάνειες αυτές φέρουν επίσης πολλά ανοίγματα, πολλαπλώς αλλοιωμένα από την εποχή των Παλαιολόγων μέχρι και τις μέρες μας.

Οι απολήξεις της εγκάρσιας κεραίας του σταυρού διαγράφονται εξωτερικά με ημικυκλικά βαθμιδωτά τόξα. Σύμφωνα με τις αποκαταστάσεις, τα τόξα αυτά διαμορφώνονταν πιθανότατα σε τρεις ζώνες. Στην ανώτερη ζώνη ανοίγονταν με μεγάλα ημικυκλικά παράθυρα, ένα στη βόρεια και ένα στη νότια όψη, τα οποία χωρίζονταν σε τρία μέρη με ζεύγη κιονίσκων· στη μεσαία ζώνη υπήρχαν κτιστά τρίλοβα ανοίγματα, ενώ στην κατώτερη ζώνη μεγάλα τρίλοβα ανοίγματα με λίθινους στύλους ορθογώνιας διατομής, ένα στην απόληξη της βόρειας κεραίας και ένα στην απόληξη της νότιας. Τα ενδιάμεσα ανοίγματα των λοβών φράσσονταν πιθανότατα με θωράκια.

Τα γωνιακά διαμερίσματα φωτίζονταν με κυκλικούς φεγγίτες στην ανώτερη ζώνη και τοξωτά ανοίγματα κάτω. Αντίστοιχα τοξωτά ανοίγματα υπήρχαν στις πλάγιες πλευρές των παραβημάτων, καθώς και στις στενές πλευρές του νάρθηκα.

Ανατολικά, οι τρεις τρίπλευρες αψίδες του Ιερού Βήματος και των παραβημάτων διαμορφώνονταν ως εξής: εκείνες της πρόθεσης και του διακονικού τις διατρυπούσε μεγάλο επίμηκες τοξωτό παράθυρο, ενώ η μεσαία αψίδα φωτιζόταν με μεγάλο τρίλοβο παράθυρο με λίθινους ορθογώνιας διατομής στύλους. Το σημερινό μονόλοβο άνοιγμα της μεσαίας αψίδαςς θεωρείται επέμβαση της εποχής των Παλαιολόγων.

Το οκταγωνικό τύμπανο του τρούλου διατρυπάται από μεγάλα, τοξωτά παράθυρα, που επιστέφονται με οδοντωτές ταινίες και, πέρα από τον πλούσιο φωτισμό του εσωτερικού που εξασφαλίζουν, προσδίδουν ελαφρότητα στην κατασκευή. Το τύμπανο απολήγει σε οριζόντιο γείσο.

Tη μορφολογία του εξωτερικού τη συμπλήρωνε λιτός αρχιτεκτονικός διάκοσμος. Πλίνθινες οδοντωτές ταινίες περιέτρεχαν τις εξωτερικές επιφάνειες του μνημείου κάτω από την απόληξη της στέγης, ενώ δύο μαρμάρινοι λοξότμητοι κοσμήτες, ο ένας περιμετρικά, στο ύψος της απαρχής της ανώτερης ζώνης όλων των πλευρών, και ο άλλος στην ανώτερη ζώνη των κεραιών του σταυρού, ολοκλήρωναν το διάκοσμο.

Σήμερα, πολλά από τα παραπάνω στοιχεία έχουν χαθεί ή αλλοιωθεί μετά την τελευταία αναστήλωση: η δυτική όψη ξανακτίστηκε, η βόρεια έχει διατηρήσει μόνο δύο ζώνες από τον αρχικό ναό και η νότια έχει ξαναχτιστεί με παράθυρα.

3.4. Η υποδομή

Με διαστάσεις 13,10 μ. × 24,10 μ., η υποδομή του ναού αποτελεί μια απλή δομική κατασκευή από λίθους και πλίνθους, η οποία χτίστηκε με μόνο σκοπό τη δημιουργία μιας πλατφόρμας έδρασης του κυρίως ναού στο ίδιο ύψος με το παρακείμενο ανάκτορο του Ρωμανού. Η πρωτότυπη αυτή αρχιτεκτονική λύση έδωσε στο όλο μνημείο εντυπωσιακό ύψος και επιβλητική πυργοειδή μορφή. Στην αρχική φάση του κτίσματος, το 10ο αιώνα, χρησίμευε κατά πάσα πιθανότητα ως αποθηκευτικός χώρος, χωρίς να επικοινωνεί άμεσα με τον υπερκείμενο ναό. Κατά τη διάρκεια της παλαιολόγειας επισκευής στο ναό του Μυρελαίου (περί το 1300) ο χώρος της υποδομής ανακαινίστηκε και μετατράπηκε σε υπόγειο σταυροειδή ναό. Το δάπεδο ανυψώθηκε, τα ανοίγματα ανακατασκευάστηκαν και διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες. Όπως φαίνεται από τις επτά ταφές κατά μήκος του νότιου κλίτους, ο υπόγειος αυτός ναός έλαβε το χαρακτήρα ταφικής κρύπτης.24

Ο υπόγειος ναός έχει περίπου το ίδιο μέγεθος με τον υπερκείμενο και την ίδια εσωτερική διάταξη. Στο εσωτερικό του διατηρούνται οι τέσσερις κίονες με μαρμάρινα κορινθιακά κιονόκρανα σε δεύτερη χρήση. Εξωτερικά, διαμορφώνεται μία σειρά από ογκώδεις ορθογώνιους πεσσούς οι οποίοι ενώνονται με τόξα.25

Η ύπαρξη του υπόγειου ναού στην υποδομή του Μυρελαίου οδήγησε στη συνεξέταση του μνημείου με άλλα διώροφα ναϊκά κτίσματα. Σύμφωνα με τον Striker, μια τέτοια συσχέτιση δεν είναι σωστή, αφού η υποδομή δεν είχε λειτουργικό χαρακτήρα παρά από το 14ο αιώνα και εξής, και επομένως δεν μπορούμε να μιλάμε για διώροφο ναό στην περίπτωση του Μυρελαίου. Η άποψή του όμως αυτή έχει αμφισβητηθεί.26

4. Διάκοσμος

Ο εσωτερικός διάκοσμος του ναού δεν διατηρήθηκε. Ωστόσο τα ευρήματα των ανασκαφών από το δάπεδο του κυρίως ναού κατέδειξαν μια πλούσια διακόσμηση: μαρμαροθετήματα με γεωμετρικά μοτίβα στο δάπεδο, ορθομαρμάρωση στο κατώτερο τμήμα των τοίχων και ψηφιδωτά στις ανώτερες ζώνες, καθώς και πλίνθινες πλάκες με πολύχρωμη γραπτή διακόσμηση.27

Ο υπόγειος ναός διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες, όπως αναφέραμε, όταν μετατράπηκε σε ταφική κρύπτη κατά τους Παλαιολόγειους χρόνους. Από το διάκοσμο αυτόν είχε διατηρηθεί μέχρι την τελευταία αναστήλωση του μνημείου ένα τμήμα τοιχογραφίας πάνω από έναν από τους τάφους: μια γυναικεία μορφή εικονιζόταν γονατιστή μπροστά στην Παναγία, που παριστανόταν στον τύπο της Οδηγήτριας.28 Σήμερα και το τμήμα αυτό της τοιχογραφίας έχει χαθεί.

Στο γλυπτό διάκοσμο του ναού αποδίδονται μικρά θραύσματα αταύτιστης γλυπτής διακόσμησης και ένα μικρό τμήμα γείσου με ανάγλυφο διάκοσμο. Όλα τα παραπάνω ευρήματα αποδόθηκαν στην πρώτη φάση του μνημείου (10ος και 11ος αιώνας).29

5. Σημασία του μνημείου

Όπως προαναφέρθηκε, ο ναός του Μυρελαίου είναι ένα από τα δύο πρωιμότερα παραδείγματα σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο στην αρχιτεκτονική της Κωνσταντινούπολης (το άλλο είναι η βόρεια εκκλησία της Μονής Λιβός). Ο τύπος αυτός, που επρόκειτο να γίνει ο επικρατέστερος στη βυζαντινή ναοδομία, εμφανίζεται στα μνημεία αυτά πλήρως απαρτισμένος. Η ποιότητα του μνημείου, τόσο ως προς το σχεδιασμό όσο και ως προς την εκτέλεση, είναι χαρακτηριστική. Η σπουδαιότητα όμως του Μυρελαίου αυξάνεται καθώς, εξαιτίας του μεγάλου κενού στα σωζόμενα μνημεία της Κωνσταντινούπολης, είναι ένα από τα ελάχιστα δείγματα κωνσταντινουπολίτικης ναοδομίας από την περίοδο της Μακεδονικής δυναστείας, ενώ πρέπει να φτάσουμε στον 11ο αιώνα για να συναντήσουμε το επόμενο δείγμα βυζαντινής ναοδομίας στην πρωτεύουσα.

Πέραν του αρχιτεκτονικού τύπου, όμως, ο ναός αποκτά, σύμφωνα με τον Striker, ξεχωριστή ιστορική σημασία ως ιδιωτικό αυτοκρατορικό ταφικό κτίσμα του Ρωμανού Α΄. Ο Ρωμανός έγινε αυτοκράτορας παραγκωνίζοντας αθόρυβα τον ανήλικο ακόμη Κωνσταντίνο Ζ΄, υπό την ιδιότητα του βασιλεοπάτορα αρχικά και του συναυτοκράτορα στη συνέχεια. Αν και επιδίωκε να εδραιώσει τη δική του δυναστεία στην εξουσία, ποτέ δεν στράφηκε ανοιχτά εναντίον του Κωνσταντίνου Ζ΄, ο οποίος παρέμενε συναυτοκράτορας στη σκιά του πεθερού του. Σύμφωνα με τον Striker, η ίδρυση ενός οικογενειακού ταφικού μνημείου είχε αναμφίβολα σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ρωμανός ανέβηκε στο θρόνο. Οι αυτοκρατορικές ταφές γίνονταν στο ναό των Αγίων Αποστόλων, όμως η ταφή του ίδιου του Ρωμανού ή άλλων μελών της οικογένειάς του εκεί δεν θα μπορούσε ποτέ να νομιμοποιηθεί, οπότε δημιουργήθηκε η ανάγκη εξεύρεσης εναλλακτικού ταφικού χώρου. Η ενέργειά του αυτή ενθάρρυνε πιθανότατα τη μεταγενέστερη συνήθεια των Βυζαντινών να ιδρύουν ιδιωτικούς ταφικούς ναούς.30

1. Για το πρόβλημα της τοποθέτησής του στη βυζαντινή πόλη βλ. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 7, όπου γίνεται αναλυτικός σχολιασμός των πληροφοριών που προέρχονται από τις βυζαντινές πηγές. Πρβλ. Janin, R., La géographie ecclésiastique de l'Empire byzantin, Ire partie: Le siège de Constantinople et le Patriarchat Oecuménique III: Les églises et les monastères (Paris 1969), σελ. 353.

2. Συνεχιστής Θεοφάνους, Χρονογραφία, Bekker, I. (ed.), Theophanes Continuatus, Ioannes Cameniata, Symeon Magister, Georgius Monachus (Corpus scriptorum historiae Byzantinae, Bonn 1838), σελ. 402, 473· Συμεών Μάγιστρος (Ψευδο-Συμεών), Χρονογραφία, Bekker, I. (ed.), Theophanes Continuatus, Ioannes Cameniata, Symeon Magister, Georgius Monachus (Corpus scriptorum historiae Byzantinae, Bonn 1838),  σελ. 733· Σκυλίτζης, Σύνοψις Ιστοριών,Thurn, J. (ed.), Ιοannis Scylitzae, Synopsis Historiarum (Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Series Berolinensis 5, Berlin 1973), σελ. 231.

3. Συνεχιστής Θεοφάνους, Χρονογραφία, Bekker, I. (ed.), Theophanes Continuatus, Ioannes Cameniata, Symeon Magister, Georgius Monachus (Corpus scriptorum historiae Byzantinae, Bonn 1838), σελ. 402· Συνεχιστής Γεωργίου Μοναχού, Βίοι νέων βασιλέων, Bekker, I. (ed.), Theophanes Continuatus, Ioannes Cameniata, Symeon Magister, Georgius Monachus (Corpus scriptorum historiae Byzantinae, Bonn 1838),  σελ. 894· Συμεών Μάγιστρος (Ψευδο-Συμεών), Χρονογραφία, Bekker, I. (ed.), Theophanes Continuatus, Ioannes Cameniata, Symeon Magister, Georgius Monachus (Corpus scriptorum historiae Byzantinae, Bonn 1838), σελ. 733· Σκυλίτζης, Σύνοψις Ιστοριών, Thurn, J. (ed.), Ιοannis Scylitzae, Synopsis Historiarum (Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Series Berolinensis 5, Berlin 1973), σελ. 215-6.

4. Preger, T., Scriptores originum Constantinopolitanum II (Leipzig 1907, ανατ. New York 1975), σελ. 253. Πρόκειται όμως μάλλον για ανέκδοτο που ήθελε να δείξει την εχθρότητα του εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄ προς το μοναχισμό, για την οποία τον επέκριναν οι μεταγενέστεροι ορθόδοξοι χρονικογράφοι.

5. Συνεχιστής Θεοφάνους, Χρονογραφία, Bekker, I. (ed.), Theophanes Continuatus, Ioannes Cameniata, Symeon Magister, Georgius Monachus (Corpus scriptorum historiae Byzantinae, Bonn 1838), σελ. 402· Συνεχιστής Γεωργίου Μοναχού, Βίοι νέων βασιλέων, Bekker, I. (ed.), Theophanes Continuatus, Ioannes Cameniata, Symeon Magister, Georgius Monachus (Corpus scriptorum historiae Byzantinae, Bonn 1838), σελ. 894. Για την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της αναφοράς στα Πάτρια, βλ. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 6· Janin, R., La géographie ecclésiastique de l'Empire byzantin, Ire partie: Le siège de Constantinople et le Patriarchat Oecuménique III: Les églises et les monastères (Paris 1969), σελ. 351.

6. Janin, R., La géographie ecclésiastique de l'Empire byzantin, Ire partie: Le siège de Constantinople et le Patriarchat Oecuménique III: Les églises et les monastères (Paris 1969), σελ. 352, όπου αναφέρονται και οι σχετικές πηγές· Miklosich, F. – Müller, J., Acta et diplomata graeca medii aevi VI (Vienna 1860-1890), σελ. 26, 32, για τη δωρεά της Λέρου από την Άννα Δαλασσηνή στη μονή, και σελ. 11, 27, 28, 35, για την περιουσία και το σεκρέτο της μονής. Πρβλ. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 9 και υποσημ. 19.

7. Miklosich, F. – Müller, J., Acta et diplomata graeca medii aevi Ι (Vienna 1860), σελ. 13.

8. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 6.

9. Freely, J. – Cakmak, A.S., Byzantine Monuments of Istanbul (Cambridge 2004), σελ. 180.

10. Αναλυτικά για την ανακαίνιση κατά τους Παλαιολόγειους χρόνους, βλ. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 29-30.

11. Tις παραπάνω πληροφορίες τις δίνει ο Ηafiz Hüsein Ayvansarayi, o οποίος συνέγραψε συστηματικά την ιστορία όλων των τζαμιών της Κωνσταντινούπολης· βλ. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 10.

12. Petrus Gylles, De Topographia Constantinopoleos et de illius antiquitatibus libri quattuor III (Lyon 1561· επανεκτύπωση στη σειρά: Βιβλιοθήκη Ιστορικών Μελετών, αρ. 19), σελ. 171.

13. Le Chevalier, Voyage de la Propontide et du Pont Euxin (Paris 1800), τόμ. Ι, σελ. 108, και τόμ. ΙΙ, σελ. 285-6.

14. Γκιολές, Ν., Βυζαντινή Ναοδομία (600-1204)(Αθήνα 21992), σελ. 90.  Η αναστήλωση διήρκεσε πολλές δεκαετίες. Κατά τη διάρκεια των εργασιών πολλά από τα αρχικά αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναού αντικαταστάθηκαν, και χάθηκαν πιθανές ενδείξεις των προηγούμενων φάσεων του μνημείου.

15. Van Millingen, Α., Byzantine Churches in Constantinople  (London 21974), σελ. 196-200.

16. Ebersolt, J. – Thiers, Α., Les Eglises de Constantinople (Paris 1913), σελ. 139-146.

17. Talbot Rice, D., “Excavations at Bodrum Camii 1930”, Byzantion 8 (1933), σελ. 151-176.

18. Βals, G., “Contribution à la question des églises superposées dans le domaine byzantin”, Actes du IVe Congrès international des Etudes byzantines = Bulletin de l’Institut Archéologique Bulgare 10, II (Sofia 1936), σελ. 156-167.

19. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 25.

20. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 13-15. Βλ. σχετικά και την παλαιότερη βιβλιογραφία, Νaumann, R., “Der antike Rundbau beim Myrelaion und der Palast Romanus I Lekapenos”, Istanbuler Mitteilungen 16 (1966), σελ. 199-216, και Wultzinger, K., Byzantinische Baudenkmäler zu Konstantinopel (Hannover 1925), σελ. 98-108.

21. Για τη Μονή του Λιβός βλ. Macridy, T. – Megaw, H. – Mango, C. – Hawkins, E., “The Monastery of Lips (Fenari Isa Camii)”, Dumbarton Oaks Papers 18 (1964), σελ. 249 κ.ε. Ιδίως για την αρχική της φάση που μας ενδιαφέρει: Megaw, H., “Τhe Original Form of  the Theotokos Church of Constantine Lips”, Dumbarton Oaks Papers 18 (1964), σελ. 279 κ.ε.

22. Μπούρας, Χ.Θ., Μαθήματα ιστορίας της αρχιτεκτονικής 2 (Αθήνα 1977), σελ. 84. Επίσης για τον τύπο και γενικά τα μνημεία αυτού του τύπου βλ. Γκιολές, Ν., Βυζαντινή ναοδομία (600-1204) (Αθήνα 21992), σελ. 88-92, 97-99, 132-142.

23. Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και βυζαντινή αρχιτεκτονική (Αθήνα 1991), σελ. 439.

24. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 30.

25. Για λεπτομερή περιγραφή του εσωτερικού και του εξωτερικού της υποδομής, βλ. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 25-28.

26. Βals, G., “Contribution à la question des églises superposées dans le domaine byzantin”, Actes du IVe Congrès international des Etudes byzantines = Bulletin de l’Institut Archéologique Bulgare 10, II (Sofia 1936), σελ. 156-167· Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 33-4. Πρβλ. Morganstern, J., “'The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul' by Cecil L. Striker. Review”, Speculum 58.4 (Oct. 1983), σελ. 1090-1092.

27. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 24.

28. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 31.

29. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 24.

30. Striker, C.L., The Myrelaion (Bodrum Camii) in Istanbul (Princeton 1981), σελ. 7-9, 35.

     
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>