Encyclopaedia of the Hellenic World, Constantinople FOUNDATION OF THE HELLENIC WORLD
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα AΑναζήτηση με το γράμμα BΑναζήτηση με το γράμμα CΑναζήτηση με το γράμμα DΑναζήτηση με το γράμμα EΑναζήτηση με το γράμμα FΑναζήτηση με το γράμμα GΑναζήτηση με το γράμμα HΑναζήτηση με το γράμμα IΑναζήτηση με το γράμμα JΑναζήτηση με το γράμμα KΑναζήτηση με το γράμμα LΑναζήτηση με το γράμμα MΑναζήτηση με το γράμμα NΑναζήτηση με το γράμμα OΑναζήτηση με το γράμμα PΑναζήτηση με το γράμμα QΑναζήτηση με το γράμμα RΑναζήτηση με το γράμμα SΑναζήτηση με το γράμμα TΑναζήτηση με το γράμμα UΑναζήτηση με το γράμμα VΑναζήτηση με το γράμμα WΑναζήτηση με το γράμμα XΑναζήτηση με το γράμμα YΑναζήτηση με το γράμμα Z

Φιλανθρωπικά ιδρύματα στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη

Author(s) : Μουστάκας Κωνσταντίνος (7/17/2008)

For citation: Μουστάκας Κωνσταντίνος, «Φιλανθρωπικά ιδρύματα στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη», 2008,
Encyclopaedia of the Hellenic World, Constantinople
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=10853>

Φιλανθρωπικά ιδρύματα στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη (6/27/2007 v.1) Philanthropic institutions in byzantine Constantinople (6/27/2007 v.1) 
 

1. Εισαγωγικά

Τα φιλανθρωπικά ιδρύματα που υπήρχαν στο Βυζάντιο συνιστούν τον κύριο μηχανισμό μέσω του οποίου μετουσιωνόταν σε πράξη η χριστιανική αρχή της φιλανθρωπίας και επιτυγχανόταν η αρωγή προς τους ενδεείς. Η μελέτη όμως αυτών των ιδρυμάτων προϋποθέτει ένα γενικό προσδιορισμό των κατηγοριών του πληθυσμού στις οποίες απευθύνονταν. Η ανέχεια και το μεγάλο ποσοστό απόρων αποτελούσαν σταθερό χαρακτηριστικό της βυζαντινής κοινωνίας, όπως και των άλλων κοινωνιών της εποχής. Όμως, η βυζαντινή αντίληψη περί φιλανθρωπίας δεν αφορούσε το σύνολο των φτωχών. Σύμφωνα με τη βυζαντινή αντίληψη, ενδεείς οι οποίοι θα έπρεπε να είναι αποδέκτες φιλανθρωπικής βοήθειας θεωρούνταν μόνο οι διάφορων κατηγοριών αναξιοπαθούντες που για λόγους φυσικής αδυναμίας δεν μπορούσαν να εργαστούν και να καλύψουν τις βιοποριστικές ανάγκες τους. Ειδικότερα, τέτοιες περιπτώσεις συνιστούσαν οι γέροι, οι ανάπηροι, οι ασθενείς, τα ορφανά, και μάλιστα μόνο όταν ήταν άποροι και δεν είχαν συγγενείς να τους φροντίσουν. Για τέτοιες περιπτώσεις αναξιοπαθούντων φρόντιζαν ειδικά ιδρύματα που τα διαχειρίζονταν το κράτος, η Εκκλησία και ιδιώτες, σύμφωνα με τις αρχές της φιλανθρωπίας.1

Μια διάκριση σε επίπεδο αντίληψης ανάμεσα στις χριστιανικές, και βυζαντινές, ιδέες περί φιλανθρωπίας σε σχέση με τις αντίστοιχες αντιλήψεις του ελληνορωμαϊκού παρελθόντος αφορά τη διαδικασία της φιλανθρωπικής πράξης. Ενώ στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα η φιλανθρωπική δραστηριότητα γενικά συνιστά δημόσιο καθήκον και αρμοδιότητα των κρατικών αρχών, στη χριστιανική αντίληψη αυτή εξελίσσεται σε ατομικό καθήκον.2 Όμως, αυτή η εξατομίκευση του χριστιανικού καθήκοντος της φιλανθρωπίας όσον αφορά τις αντίστοιχες δραστηριότητες είχε τα όριά της, με την έννοια ότι η φιλανθρωπική πράξη είχε και θεσμική υπόσταση. Η Εκκλησία, αρχικά, ως θεσμός και οργανισμός γρήγορα ανήγαγε τη φιλανθρωπική δραστηριότητα σε ένα από τα βασικά καθήκοντά της. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι όταν, κατά την Ύστερη Βυζαντινή εποχή, το κράτος δεν είχε τα οικονομικά μέσα να συντηρήσει ιδρύματα και διαδικασίες πρόνοιας, την αποστολή αυτή επωμίστηκαν κυρίως η Εκκλησία και τα μοναστήρια.3 Επιπλέον, η φιλανθρωπική δραστηριότητα συνιστούσε καθήκον και βασική προτεραιότητα του αυτοκράτορα και, επ’ ονόματι αυτού, του κρατικού μηχανισμού, στο πλαίσιο των αρχών και των αξιών χάρη στις οποίες νομιμοποιούνταν η αυτοκρατορική εξουσία. Οι προνοιακοί θεσμοί θεωρούνται ένα από τα μέσα με τα οποία ο αυτοκράτορας εκδηλώνει τη φιλανθρωπία του· οι περισσότεροι αυτοκράτορες φρόντιζαν να ανταποκριθούν σε αυτές τις αρχές ιδρύοντας ευαγή και φιλανθρωπικά ιδρύματα, που επιβίωναν επί αιώνες, αφού η διαχείρισή τους γινόταν μέσω του κρατικού μηχανισμού.4

2. Τα ιδρύματα

Μορφές πρόνοιας για τις κατηγορίες αναξιοπαθούντων που επισημάνθηκαν παραπάνω υπήρχαν κατά την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, και κυρίως συνίσταντο στην άσκηση μέριμνας εκ μέρους είτε των δημόσιων αρχών, είτε των θρησκευτικών ιδρυμάτων, είτε ιδιωτών. Από τις απαρχές της βυζαντινής ιστορίας οι πρακτικές αυτές συστηματοποιούνται και αποκτούν θεσμική κατοχύρωση στο πλαίσιο των αρχών της χριστιανικής φιλανθρωπίας. Ένα στοιχείο νεωτερισμού που καθιερώνεται τότε και συνιστά έκτοτε βασική παράμετρο των πρακτικών πρόνοιας για τους αναξιοπαθούντες είναι η διεξαγωγή τους εντός ειδικών ιδρυμάτων φιλοξενίας. Η ίδρυση και λειτουργία τέτοιων ιδρυμάτων συνιστά στο εξής πάγια πρακτική στο ανατολικό, βυζαντινό, τμήμα της άλλοτε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, για να εισαχθεί αργότερα και στη Δύση, μέσα και από βυζαντινές επιδράσεις.

Η πρόνοια για τους ενδεείς δεν περιορίστηκε σε καθαρά ιδρυματική μορφή. Διατηρήθηκε, για παράδειγμα, η πρακτική της διανομής από την Εκκλησία και τα μοναστήρια τροφίμων και άλλων ειδών ανάγκης στο πλαίσιο της καθιερωμένης ελεημοσύνης κατά τις μεγάλες θρησκευτικές εορτές, ενώ αξιοποιούνταν η διάθεση φιλανθρωπικής προσφοράς από ευσεβείς γυναίκες, τις λεγόμενες «διακόνισσες», που μεριμνούσαν για την κατ’ οίκον φροντίδα ενοριτών οι οποίοι βρίσκονταν σε κατάσταση ανάγκης.5 Η πρόνοια που παρεχόταν μέσα από τα ιδρύματα, με δέκτες τους τροφίμους τους, μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματικότερη από το εξωιδρυματικό σύστημα παροχών. Επιπλέον, τα ιδρύματα αυτά εξασφάλιζαν εξειδικευμένη μέριμνα ανάλογα με τις επιμέρους κατηγορίες αναξιοπαθούντων στις οποίες απευθύνονταν. Υπήρχαν έτσι επιμέρους ιδρύματα με διακριτούς ρόλους, όπως νοσοκομεία, πτωχοτροφεία, γηροκομεία, ξενοδοχεία, το αυτοκρατορικό ορφανοτροφείο, και άλλα ιδρύματα μεγαλύτερης εξειδίκευσης, π.χ. λεπροκομεία, τα οποία ανταποκρίνονταν στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε κατηγορίας ενδεών.

Η αιτιολόγηση της καθιέρωσης των ιδρυμάτων πρόνοιας αποτελεί σύνθετο φαινόμενο που δεν έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τους ειδικούς μελετητές. Πολύ γενικά θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η εμφάνιση αυτών των ιδρυμάτων είναι απότοκη της ανάγκης για συστηματική φιλανθρωπική δράση που επιφέρει η καθιέρωση του χριστιανισμού, όπως και της επακόλουθης εμπλοκής των κρατικών και εκκλησιαστικών θεσμών· δε θα πρέπει να αγνοούνται και τυχόν οικονομικές παράμετροι που σχετίζονται με το προνομιακό καθεστώς των περιουσιών και εισοδημάτων των ευαγών οίκων, στους οποίους περιλήφθηκαν και αυτά τα ιδρύματα.6 Πιθανότατα όμως τα ιδρύματα πρόνοιας θεσπίστηκαν και για να καλύψουν μια άλλη ανάγκη, αυτή τη φορά όχι της φιλοξενίας αλλά του περιορισμού των αναξιοπαθούντων, ώστε να αποτρέπεται η παρουσία τους στο δημόσιο χώρο, εφόσον αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ενοχλητική για την κοινωνική καθημερινότητα και παράγωγη άνομων καταστάσεων (επαιτεία, αλητεία, εκμετάλλευση των ανήμπορων από επιτήδειους κ.λπ.). Η διάσταση αυτή βέβαια δε θα πρέπει να υπερεκτιμάται και οπωσδήποτε δε χαρακτήριζε κάθε τύπο ιδρύματος· στην περίπτωση των νοσοκομείων, για παράδειγμα, δεν μπορεί να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τα λεπροκομεία, που ήταν χώρος περιορισμού ανθρώπων οι οποίοι θεωρούνταν φορείς μεταδοτικής νόσου και η εμφάνισή τους προκαλούσε δυσάρεστα συναισθήματα στους άλλους. Παρά το διάχυτο υπερτονισμό του ιδανικού της φιλανθρωπίας, οι αντιλήψεις των Βυζαντινών για τη φτώχεια και τους φτωχούς διακρίνονται από μια αμφιταλάντευση μεταξύ εξιδανίκευσης από τη μία, δυσπιστίας και περιφρόνησης από την άλλη. Ιδίως σε θρησκευτικά κείμενα, η φτώχεια εξιδανικεύεται ως αρεστή στο Θεό κατάσταση και οι φτωχοί θεωρούνται ότι θα τύχουν της θείας εύνοιας στη «μέλλουσα κρίση». Εξίσου υπαρκτή όμως ήταν και μια «αφ’ υψηλού» έως περιφρονητική διάθεση και στάση των ευπόρων απέναντι στους φτωχούς. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικές είναι οι αναφορές του Αλέξιου Μακρεμβολίτη στο Διάλογο πλουσίων καὶ πενήτων, που δείχνει την αμοιβαία δυσπιστία και αντιπάθεια που είχε κυριαρχήσει κατά την Ύστερη Βυζαντινή εποχή. Η φτώχεια συνδεόταν με μια κατακριτέα κατάσταση παθητικότητας, η οποία καταλογιζόταν γενικά στους φτωχούς και μπορούσε να γίνει ανεκτή μόνο στους αναξιοπαθούντες ενδεείς. Ενδεικτική είναι άλλωστε και η ποινικοποίηση όψεων της φτώχειας (π.χ. επαιτεία, αλητεία), όπως δείχνει και σχετική πρόβλεψη της ιουστινιάνειας νομοθεσίας.7

Όσον αφορά την εξειδίκευση των διάφορων ιδρυμάτων, η ονομασία τους είναι επαρκώς αποκαλυπτική, ώστε να μη χρειάζεται κάποιο ιδιαίτερο σχόλιο, με την εξαίρεση του όρου «ξενών», που η σημασία του δεν είναι τόσο προφανής, ιδίως σε σύγκριση με τον όρο «ξενοδοχείο». Ιδίως κατά την Πρώιμη περίοδο, η ονομασία «ξενών» αποδόθηκε σε συγκροτήματα ιδρυμάτων πρόνοιας που με βάση το νοσοκομείο περιλάμβαναν και άλλα τμήματα φιλοξενίας ενδεών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα συνιστούν το ίδρυμα του Μεγάλου Βασιλείου στην Καισάρεια (η επονομαζόμενη Βασιλειάδα), καθώς και ο ξενώνας του Σαμψών στην Κωνσταντινούπολη (6ος αιώνας), ένα συγκρότημα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων που πέραν του νοσοκομείου περιλάμβανε και χώρους φιλοξενίας διάφορων αναξιοπαθούντων. Η χρήση του όρου παραπέμπει στην έννοια της φιλοξενίας, νοούμενης ως μέριμνας εσωκλείστων· για το λόγο αυτό ο «ξενών» μπορούσε να έχει γενικότερο περιεχόμενο και να αναφέρεται σε οποιοδήποτε είδος φιλανθρωπικού ιδρύματος. Καθώς τα πολλαπλών ρόλων φιλανθρωπικά συγκροτήματα της Πρώιμης περιόδου είχαν πυρήνα το νοσοκομείο, ο όρος «ξενών» συνδέθηκε ιδιαίτερα με τα τελευταία, ώστε ακόμη και κατά την Ύστερη περίοδο χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει ιδρύματα που ουσιαστικά αποτελούσαν νοσοκομεία (π.χ. ο επονομαζόμενος ξενών του Κράλη, που είχε ιδρυθεί στην Κωνσταντινούπολη από το βασιλέα της Σερβίας Στέφανο Β΄ Ούρεση Μιλούτιν). Σε καμία περίπτωση όμως ο ξενών δεν πρέπει να συγχέεται με το ξενοδοχείο, αφού τα τελευταία συνιστούσαν εξειδικευμένα ιδρύματα με συγκεκριμένη αποστολή, τη φιλοξενία άπορων οδοιπόρων, όπως δηλώνει και η λέξη.8

3. Τα γνωστότερα ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης

3.1. Ξενώνες – νοσοκομεία

Τα νοσοκομεία συνιστούν ίσως τον αρχικό και βασικό πυρήνα του θεσμού των ιδρυμάτων πρόνοιας στο Βυζάντιο. Παραδείγματα όπως της Βασιλειάδας ή του ξενώνα του Σαμψών δείχνουν ότι τα εξειδικευμένα ιδρύματα φιλοξενίας των ενδεών είχαν τις καταβολές τους σε προσαρτήματα νοσοκομείων. Τα νοσοκομεία αποσκοπούσαν κατ’ αρχάς στην παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε όσους δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν την αμοιβή ενός ιατρού, επειδή όμως η ασθένεια θεωρούνταν ανάγκη μπροστά στην οποία δεν υπήρχαν διαφορές πλούτου ή τάξης, τα νοσοκομεία παρείχαν περίθαλψη σε οποιονδήποτε και όχι μόνο σε απόρους. Οι καλές προϋποθέσεις περίθαλψης που επιτυγχάνονταν στο χώρο του νοσοκομείου, χάρη στην παρουσία εξειδικευμένου προσωπικού πέραν των ιατρών και στην κατάλληλη οργάνωση, συντελούσαν στο να επιζητείται η νοσοκομειακή περίθαλψη ακόμη και από εύπορους ασθενείς. Διαπιστώνεται ότι η οργάνωση των νοσοκομείων της εποχής σε αρκετά σημεία μοιάζει με τη σημερινή, αφού λειτουργούσαν εξειδικευμένα τμήματα ανά κατηγορίες παθήσεων, ενώ οι ιατροί πλαισιώνονταν από ειδικευμένο προσωπικό με νοσηλευτικές και παραϊατρικές γνώσεις, καθώς και από προσωπικό υποστήριξης (μάγειρες, υπηρέτες κ.λπ.). Τα μεγαλύτερα και πλουσιότερα μοναστήρια διέθεταν και νοσοκομείο, το οποίο, εκτός από τους μοναχούς, πρόσφερε τις υπηρεσίες του συνολικά στον πληθυσμό της περιοχής. Έτσι, νοσοκομεία υπήρχαν όχι μόνο στις πόλεις, αλλά και στην ύπαιθρο, ως προσαρτήματα μοναστηριών (π.χ. το νοσοκομείο της μονής Βαρλαάμ στα Μετέωρα), με αποτέλεσμα να έχουν κατά περιπτώσεις και οι κάτοικοι της υπαίθρου τη δυνατότητα περίθαλψης.

Γνωστότερα νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη υπήρξαν αυτά του Σαμψών και της μονής Παντοκράτορος, επίσης στην πρωτεύουσα. Το νοσοκομείο γύρω από το οποίο είχε αναπτυχθεί το φιλανθρωπικό συγκρότημα που ήταν γνωστό ως ξενώνας του Σαμψών είχε ιδρυθεί στα χρόνια του Ιουστινιανού Α΄ (527-562) και ο ιδρυτής του ήταν ο ίδιος διακεκριμένος ιατρός της εποχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της μακροβιότητας αυτών των ιδρυμάτων, το νοσοκομείο επιβίωσε σίγουρα μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους (1204), εικάζεται μάλιστα η επιβίωσή του και μεταγενέστερα, μέχρι το 1453. Το νοσοκομείο της μονής Παντοκράτορος αποτελούσε αυτοκρατορικό καθίδρυμα του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού (1118-1143) και της συζύγου του Ειρήνης. Η οργάνωσή του, που περιγράφεται στο τυπικό της μονής, αναδεικνύει ένα πρότυπο ίδρυμα περίθαλψης, με διακριτά τμήματα γενικών παθήσεων, χειρουργικό, οφθαλμολογικό, καθώς και ειδικούς χώρους περίθαλψης γυναικών (δεν είναι σαφές αν επρόκειτο για εξειδικευμένο γυναικολογικό τμήμα) και σοβαρά ασθενών ή κατάκοιτων. Το νοσοκομείο διέθετε επίσης ξενοτάφειο, δηλαδή χώρο ταφής των ασθενών που απεβίωναν και δεν υπήρχαν συγγενείς για να παραλάβουν τη σορό τους. Το νοσοκομείο της μονής Παντοκράτορος αποτέλεσε πρότυπο για αυτά που ιδρύονταν τότε στη Δύση από τα μοναχικά τάγματα, ιδίως από τους Ιωαννίτες. Άλλο γνωστό νοσοκομείο της Ύστερης εποχής, που είχε μάλιστα ιδρυθεί από μη Βυζαντινό πάτρωνα, ήταν ο επονομαζόμενος ξενών του Κράλη, προσάρτημα του μετοχιού της μονής Χιλανδαρίου στην Κωνσταντινούπολη, που είχε ιδρυθεί από το Σέρβο κράλη Στέφανο Μιλούτιν.9

3.2. Ξενοδοχεία

Η λειτουργία των ξενοδοχείων ανταποκρινόταν στην αξία της φιλοξενίας, επιμέρους όψη της φιλανθρωπίας, που είχε ιδιαίτερη βαρύτητα στη χριστιανική σκέψη. Απευθύνονταν σε άπορους ταξιδιώτες και οδοιπόρους, οι οποίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να διαμείνουν σε κάποιο πανδοχείο· για το λόγο αυτό η παρουσία τους ως προσαρτημάτων μοναστηριών είναι συχνή και στην ύπαιθρο. Γνωστότερο ξενοδοχείο της Κωνσταντινούπολης ήταν αυτό που είχε ιδρυθεί από τον αυτοκράτορα Ρωμανό Α΄ Λεκαπηνό, το λεγόμενο ξενοδοχείο του Μαυριανού (10ος αιώνας), και απευθύνονταν σε φτωχούς επαρχιώτες που όφειλαν να μεταβαίνουν στην πρωτεύουσα για υποθέσεις τους. Γνωστό ήταν και το ξενοδοχείο που είχε ιδρυθεί από το Μιχαήλ Ατταλειάτη στην κοντινή Ραιδεστό (11ος αιώνας) και απευθυνόταν σε προσκυνητές οι οποίοι ταξίδευαν για τους Αγίους Τόπους. Για περιπτώσεις που οι φιλοξενούμενοι επιχειρούσαν να καταχραστούν τη φιλοξενία των ξενοδοχείων, το χρονικό διάστημα της φιλοξενίας περιοριζόταν συνήθως σε τρεις ημέρες.10

3.3. Το ορφανοτροφείο

Η αναφορά στο ορφανοτροφείο γίνεται σε ενικό αριθμό, επειδή πλην του αυτοκρατορικού ορφανοτροφείου της Κωνσταντινούπολης δεν είναι γνωστή η ύπαρξη άλλων ανάλογων ιδρυμάτων. Κατά τους Κωνσταντέλο και Θωμαΐδη, στη διάρκεια του 4ου και του 5ου αιώνα είχαν ιδρυθεί στην Κωνσταντινούπολη δύο ορφανοτροφεία, του Ζωτικού (ιδρυτής και του ομώνυμου λεπροκομείου) και του Αγίου Παύλου, από τα οποία το δεύτερο επιβίωσε στη συνέχεια ως αυτοκρατορικό. Κατά το Miller υφίστατο εξαρχής ένα μόνο ίδρυμα, αυτό που είχε ιδρύσει ο Ζωτικός κατά τον 5ο αιώνα.11 Η μέριμνα για τη φροντίδα και ανατροφή των ορφανών παιδιών είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τη βυζαντινή διοίκηση από νομική και πρακτική πλευρά. Την ανατροφή των ορφανών αναλάμβαναν συγγενείς και ανάδοχες οικογένειες, καθώς και τα μοναστήρια· ο ρόλος του ορφανοτροφείου ήταν να αναλάβει τη φιλοξενία των παιδιών για τα οποία δεν μπορούσαν να βρεθούν άλλοι ανάδοχοι, συνήθως τα εγκαταλελειμμένα βρέφη ή παιδιά που έχαναν τους γονείς τους σε περιπτώσεις εχθρικών επιδρομών ή φυσικών καταστροφών. Οι ενέργειες του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) για την ανασυγκρότηση και αναβάθμιση του ορφανοτροφείου, που έτυχαν ιδιαίτερης προβολής από την κόρη και βιογράφο του Άννα, συνδέονται με το γεγονός της συγκέντρωσης μεγάλου αριθμού ορφανών παιδιών από τη Μικρά Ασία κατά τη διάρκεια εκστρατείας του αυτοκράτορα. Ο διευθυντής του ορφανοτροφείου, ο ορφανοτρόφος, επιλεγόταν μεταξύ των κρατικών λειτουργών με βάση το κριτήριο της ιδιαίτερης νομικής κατάρτισης, αφού κατείχε παράλληλα και δικαστικό αξίωμα με αρμοδιότητα στις υποθέσεις οικογενειακού δικαίου και προστασίας των δικαιωμάτων των ορφανών παιδιών. Κατ’ επέκταση το αξίωμα του ορφανοτρόφου ήταν ιδιαίτερα υψηλό, όπως δείχνει και η επιτυχία του γνωστότερου κατόχου του, του Παφλαγόνα ευνούχου Ιωάννη, που κατέστη ο ισχυρότερος άνδρας της αυτοκρατορίας μεταξύ των ετών 1034 και 1041 και ανέβασε στο θρόνο τον αδερφό του ως Μιχαήλ Δ΄ και τον ανιψιό του ως Μιχαήλ Ε΄. Στο πλαίσιο του αυτοκρατορικού ορφανοτροφείου λειτουργούσε και σχολείο, το οποίο μέχρι και το 12ο αιώνα είχε τη φήμη ενός από τα καλύτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αυτοκρατορίας. Το ορφανοτροφείο συγκροτήθηκε εκ νέου από το Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1261 και επιβίωσε μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα, οπότε η γενική παρακμή του κρατικού μηχανισμού το συμπαρέσυρε σε διάλυση. Περίπου μέχρι το 1350, οπότε και χρονολογείται η πραγματεία του Ψευδο-Κωδινού Περί οφφικίων, το ορφανοτροφείο είχε παύσει να υφίσταται αφού στην πραγματεία αυτή το αξίωμα του ορφανοτρόφου προσδιορίζεται ρητά ως άνευ συγκεκριμένου αντικειμένου.12

Η τελευταία αναφορά σε σχέση με το ορφανοτροφείο δείχνει την αποδυνάμωση των μηχανισμών πρόνοιας και ειδικότερα του συστήματος των ιδρυμάτων κατά την Ύστερη περίοδο. Οι αναφορές του Αλεξίου Μακρεμβολίτη αναπαράγουν μια ζοφερή εικόνα της εποχής, αποτέλεσμα της παρακμής των μηχανισμών πρόνοιας και της ατονίας των φιλανθρωπικών αντιλήψεων. Η κατάσταση κατάρρευσης στην οποία περιέπεσε το βυζαντινό κράτος από τα μέσα του 14ου αιώνα –εδαφική συρρίκνωση, εμφύλιες διαμάχες, ανυπαρξία πόρων, διάλυση του κρατικού μηχανισμού– δεν μπορεί παρά να συντέλεσε σε σοβαρή αποδυνάμωση και αποδιοργάνωση των θεσμών πρόνοιας. Παρά ταύτα, σειρά ιδρυμάτων εξακολουθούσαν να λειτουργούν σε ό,τι απέμενε από το Βυζάντιο μέχρι το τέλος. Ξένοι επισκέπτες, μάλιστα, όπως ο Bertrandon de la Brocquiere, επισήμαναν το μεγάλο κατ’ αυτούς αριθμό ευαγών ιδρυμάτων που λειτουργούσαν στην Κωνσταντινούπολη.13

1. Patlagean, E., Pauvreté économique et pauvreté sociale à Byzance, 4e-7e siècles (Paris – La Haye 1977), σελ. 31, 33-34.

2. Constantelos, D.J., Byzantine Philanthropy and Social Welfare (New Brunswick – New Jersey 1968), σελ. 3-41· Κωνσταντέλος, Δ.Ι., Πενία, Κοινωνία και Φιλανθρωπία στον μεταγενέστερο μεσαιωνικόν Ελληνικό κόσμο (Θεσσαλονίκη 1994), σελ. 52-53· Patlagean, E., Pauvreté économique et pauvreté sociale à Byzance, 4e-7e siècles (Paris – La Haye 1977), σελ. 31-32, 181-185· Θωμαΐδης, Ξ., Διερεύνησις των Θεσμών Κοινωνικής Προστασίας από της Αρχαιότητος μέχρι και της Επαναστάσεως του Εικοσιένα εις τον Ελληνικόν Χώρον (Αθήναι 1973), σελ. 130-139.

3. Constantelos, D.J., Byzantine Philanthropy and Social Welfare (New Brunswick – New Jersey 1968), σελ. 67-110· Κωνσταντέλος, Δ.Ι., Πενία, Κοινωνία και Φιλανθρωπία στον μεταγενέστερο μεσαιωνικόν Ελληνικό κόσμο (Θεσσαλονίκη 1994), σελ. 83.

4. Constantelos, D.J., Byzantine Philanthropy and Social Welfare (New Brunswick – New Jersey 1968), σελ. 43-61.

5. Constantelos, D.J., Byzantine Philanthropy and Social Welfare (New Brunswick – New Jersey 1968), σελ. 84-86, 88.

6. Patlagean, E., Pauvreté économique et pauvreté sociale à Byzance, 4e-7e siècles (Paris – La Haye 1977), σελ. 194-195.

7. Patlagean, E., Pauvreté économique et pauvreté sociale à Byzance, 4e-7e siècles (Paris – La Haye 1977), σελ. 30· Κωνσταντέλος, Δ.Ι., Πενία, Κοινωνία και Φιλανθρωπία στον μεταγενέστερο μεσαιωνικόν Ελληνικό κόσμο (Θεσσαλονίκη 1994), σελ. 82-83, 140.

8. Constantelos, D.J., Byzantine Philanthropy and Social Welfare (New Brunswick – New Jersey 1968), σελ. 185-221· Θωμαΐδης, Ξ., Διερεύνησις των Θεσμών Κοινωνικής Προστασίας από της Αρχαιότητος μέχρι και της Επαναστάσεως του Εικοσιένα εις τον Ελληνικόν Χώρον (Αθήναι 1973), σελ. 170-174· Patlagean, E., Pauvreté économique et pauvreté sociale à Byzance, 4e-7e siècles (Paris – La Haye 1977), σελ. 193. Kazhdan, A. (επιμ.), The Oxford Dictionary of Byzantium III (Oxford – New York 1991), σελ. 2209, βλ. λ. “Xenon of the Kral” (A.M. Talbot).

9. Constantelos, D.J., Byzantine Philanthropy and Social Welfare (New Brunswick – New Jersey 1968), σελ. 152-184· Θωμαΐδης, Ξ., Διερεύνησις των Θεσμών Κοινωνικής Προστασίας από της Αρχαιότητος μέχρι και της Επαναστάσεως του Εικοσιένα εις τον Ελληνικόν Χώρον (Αθήναι 1973), σελ. 159-169· Kazhdan, A. (επιμ.), The Oxford Dictionary of Byzantium, III (Oxford – New York 1991), σελ. 2209, βλ. λ. “Xenon of the Kral” (A.M. Talbot)· Κωνσταντέλος, Δ.Ι., Πενία, Κοινωνία και Φιλανθρωπία στον μεταγενέστερο μεσαιωνικόν Ελληνικό κόσμο (Θεσσαλονίκη 1994), σελ. 143, 146.

10. Kazhdan, A. (επιμ.), The Oxford Dictionary of Byzantium III (Oxford – New York 1991), σελ. 2208, βλ. λ. “Xenodocheion” (A. Kazhdan – A.M. Talbot)· Kazhdan, A. (επιμ.), The Oxford Dictionary of Byzantium II (Oxford – New York 1991), σελ. 951, βλ. λ. “Hospitality” (P. Magdalino).

11. Constantelos, D.J., Byzantine Philanthropy and Social Welfare (New Brunswick – New Jersey 1968), σελ. 242-247· Θωμαΐδης, Ξ., Διερεύνησις των Θεσμών Κοινωνικής Προστασίας από της Αρχαιότητος μέχρι και της Επαναστάσεως του Εικοσιένα εις τον Ελληνικόν Χώρον (Αθήναι 1973), σελ. 175-176· Miller, T.S., The Orphans of Byzantium. Child Welfare in the Christian Empire (Washington D.C. 2003), σελ. 51-52.

12. Miller, T.S., The Orphans of Byzantium. Child Welfare in the Christian Empire (Washington D.C. 2003), σελ. 1-6, 51-52, 55, 70-73, 78-140, 202-207, 209-246.

13. Κωνσταντέλος, Δ.Ι., Πενία, Κοινωνία και Φιλανθρωπία στον μεταγενέστερο μεσαιωνικόν Ελληνικό κόσμο (Θεσσαλονίκη 1994), σελ. 82-83, 113-114, 139-140.

     
 
 
 
 
 

Entry's identity

 
press image to open photo library
 

>>>