Άγιος Πολύευκτος

1. Τοπογραφικά

Ο ναός του Αγίου Πολυεύκτου, σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές,1 βρισκόταν στη Μέση οδό, την κεντρική οδική αρτηρία της Κωνσταντινούπολης, κοντά στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Τα πρώτα τμήματα του ναού ήρθαν τυχαία στο φως το 1960, κατά τη διάρκεια εργασιών στην περιοχή Saraçhane της σύγχρονης Κωνσταντινούπολης, τοποθεσία που επιβεβαίωνε την μαρτυρία των πηγών. Η ταύτιση του μνημείου με τον γνωστό από τις πηγές ναό έγινε από τους Cyril Mango και Ihor Ševčenko βάσει των τμημάτων της κτητορικής επιγραφής πάνω στα πρώτα αρχιτεκτονικά μέλη που βρέθηκαν τυχαία. Η επιγραφή ταυτίστηκε με ένα επίγραμμα από την Παλατινή Ανθολογία, του οποίου μεγάλο μέρος (41 από τους 76 στίχους) ήταν γνωστό ότι βρισκόταν σκαλισμένο στο εσωτερικό του συγκεκριμένου ναού.2 Το επίγραμμα έδινε σημαντικές πληροφορίες τόσο για την κτήτορα του ναού, την αριστοκράτισσα και πολιτική αντίπαλο του Ιουστινιανού Α' Ανικία Ιουλιανή, όσο και για τη μορφή του ίδιου του οικοδομήματος.

2. Αρχιτεκτονικός σχεδιασμός

Οι ανασκαφές που ακολούθησαν αποκάλυψαν το σύνολο σχεδόν της θεμελίωσής του. Από την ανωδομή του κτηρίου όμως δεν σώθηκαν παρά μόνο τμήματα αρχιτεκτονικών μελών και θραύσματα από τον γλυπτό διάκοσμο. Από το μέγεθος και το σχήμα της θεμελίωσης συμπεραίνεται ότι επρόκειτο για κτήριο πολύ μεγάλων διαστάσεων που ανήκε στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής, με την αψίδα του Βήματος να προεξέχει στα ανατολικά.

Στα δυτικά αποκαλύφθηκε αίθριο, με πλάτος περ. 26 μ., το μισό του συνολικού πλάτους του ναού.3 Σε σχέση με το χώρο αυτό ο ναός ήταν υπερυψωμένος κατά 5 μ., πάνω σε ισχυρή θεμελίωση. Μια μεγάλη σκάλα πλάτους 8 μ. οδηγούσε από το αίθριο στο νάρθηκα. Ο κυρίως ναός, ανατολικά του νάρθηκα, όπως φαίνεται από την έκταση που καλύπτει η θεμελίωσή του, ήταν τετράγωνος, με πλευρά 52 μ., και χωριζόταν σε κεντρικό και δύο πλάγια κλίτη. Από την κτητορική επιγραφή που περιτρέχει το επιστύλιο γνωρίζουμε ότι η εκκλησία διέθετε διώροφες κιονοστοιχίες και υπερώα. Ως προς τη στέγαση, συγκεκριμένα ευρήματα από την ανασκαφή δεν υπάρχουν, όμως τα εξαιρετικά ισχυρά θεμέλια του κτηρίου δηλώνουν ότι το συνολικό βάρος της ανωδομής ήταν πολύ μεγάλο, άρα δεν είναι απίθανο η στέγαση του ναού γινόταν με τρούλο. Συνολικά επρόκειτο για ένα εξαιρετικά ψηλό οικοδόμημα με τελικό ύψος που ξεπερνούσε τα 30 μ.

Κάτω από τον κεντρικό άξονα του μεσαίου κλίτους, ένας υπόγειος διάδρομος ένωνε το χώρο κάτω από το νάρθηκα με μια κρύπτη κάτω από το ιερό. Δυτικά της κρύπτης βρέθηκε εγκάρσιος τοίχος, που πιθανότατα στήριζε ένα ευθύγραμμο φράγμα του πρεσβυτερίου. Λίγο δυτικότερα, στο σημείο που συνέπιπτε περίπου με το κέντρο του οικοδομήματος, ο διάδρομος περιέβαλλε μια οβάλ σχήματος κατασκευή, πάνω από την οποία θα πρέπει να στεκόταν ο άμβωνας. Δύο εξαιρετικά ισχυροί τοίχοι στα θεμέλια –8 μ. πάχος και 8 μ. βάθος ο καθένας– στήριζαν τις κιονοστοιχίες που χώριζαν το κεντρικό από τα πλάγια κλίτη και μεγάλο μέρος της ανωδομής του κτηρίου. Κάτω από τα κλίτη, δύο υπόγειοι επιμήκεις καμαροσκέπαστοι διάδρομοι υποστήριζαν το δάπεδο. Η μορφή του ιερού είναι ασαφής, καθώς από την ανασκαφή προέκυψαν ανεπαρκή στοιχεία. Φαίνεται πάντως ότι η τετράγωνη κρύπτη κάτω από το ιερό επικοινωνούσε με αυτό με σκάλες, εκατέρωθεν του ιερού
όπως τα συγκροτήματα δωματίων βόρεια και νότια του ιερού, όπου προφανώς υπήρχαν τα κλιμακοστάσια προς τα υπερώα. Βόρεια του προαύλιου χώρου ανασκάφηκαν θεμέλια που ανήκαν ενδεχομένως στο βαπτιστήριο του ναού (βλ. κάτοψη).4

Σχετικά με την ανωδομή και την εσωτερική διάταξη του μνημείου μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Τα τμήματα αρχιτεκτονικών μελών –λίγα σε αριθμό, λόγω της λεηλασίας των υλικών του μνημείου μετά την ερήμωσή του– και τα θραύσματα της διακόσμησης που αποκαλύφθηκαν προσφέρουν ορισμένα στοιχεία για την ανασύσταση της αρχικής μορφής του κτηρίου. Τα σωζόμενα τμήματα του επιστυλίου φέρουν αποσπάσματα των στίχων της κτητορικής επιγραφής που περιέτρεχε το επιστύλιο· μπορούν επομένως να τοποθετηθούν σε μια σειρά.

Από το επιστύλιο ο R.M. Harrison, ανασκαφέας του ναού, συμπέρανε ότι ο κεντρικός τετράγωνος χώρος του ναού, εκατέρωθεν του άμβωνα, θα πρέπει να πλαισιωνόταν, στη βόρεια και στη νότια πλευρά, από ένα ζεύγος εξεδρών· οι κόγχες του κάθε ζεύγους θα συνδέονταν μεταξύ τους με ένα χαμηλό τόξο. Το κεντρικό αυτό τετράγωνο είναι πιθανό να οριζόταν από τέσσερις ισχυρούς κτιστούς γωνιακούς πεσσούς. Μια τέτοια διαμόρφωση του εσωτερικού του κυρίως ναού ενισχύει την υπόθεση ύπαρξης τρούλου. Η δυτική πλευρά του ναού, η οποία θα πλαισιωνόταν από μια εξέδρα στα βόρεια και μια στα νότια, εικάζεται ότι θα στεγαζόταν με μεγάλο τόξο.5

Έχουμε επομένως την εικόνα ενός ναού με τον οποίο θα παρουσίαζε πολλές ομοιότητες ο ιουστινιάνειος ναός της μεταγενέστερης Αγίας Ειρήνης· θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί, ως προς τον τρόπο στέγασης και το σχηματισμό κογχών για τις ωθήσεις του τρούλου, ένα κτίσμα στο οποίο εμφανίζονται ήδη οι αρχιτεκτονικές τάσεις του 6ου αιώνα που θα κορυφωθούν με την ιουστινιάνεια Αγία Σοφία. Ωστόσο η ανασύνθεση αυτή του Harrison δεν γίνεται αποδεκτή από όλους τους μελετητές. Κυρίως η ύπαρξη τρούλου έχει αμφισβητηθεί, καθώς δεν έχουν βρεθεί ούτε κατάλοιπα τρούλου ούτε των υποτιθέμενων τεσσάρων γωνιακών πεσσών που θα τον στήριζαν.6

3. Εσωτερικός διάκοσμος

Ουσιαστικά τα θραύσματα του διακόσμου του ναού που ήρθαν στο φως ήταν η μεγάλη έκπληξη για τους ανασκαφείς του μνημείου, καθώς αποκάλυψαν μια μοναδική σε ποικιλία και εξαιρετική σε ποιότητα διακόσμηση, που ίσως ξεπερνούσε οποιοδήποτε άλλο κτήριο της παλαιοχριστιανικής Κωνσταντινούπολης.
7 Μάρμαρα σε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων, προερχόμενα από όλο το μεσογειακό χώρο, είχαν χρησιμοποιηθεί για την ορθομαρμάρωση των εσωτερικών τοίχων του κτηρίου. Μεγάλης πολυτέλειας θα ήταν και οι διακοσμήσεις με ένθετα υλικά, αφού έχει βρεθεί φίλντισι, αμέθυστος, φύλλα χρυσού και πολύχρωμα γυαλιά. Θραύσματα ψηφιδωτών μαρτυρούν ότι οι θόλοι του κτηρίου ήταν καλυμμένοι με ψηφιδωτό διάκοσμο –μάλιστα ένα σπάραγμα από το χώρο του ιερού απεικονίζει τμήμα του προσώπου κάποιας μορφής, εύρημα μοναδικό για την Κωνσταντινούπολη της προεικονομαχικής περιόδου.

Το πιο εντυπωσιακό όμως εύρημα είναι τα γλυπτά αρχιτεκτονικά μέλη του ναού, στην πλειοψηφία τους από προκοννήσιο μάρμαρο. Κιονόκρανα, πεσσόκρανα, γείσα, ζωφόροι, και βέβαια τα τμήματα του επιστυλίου, με ανάγλυφη την κτητορική επιγραφή, φέρουν ανάγλυφο διάκοσμο εξαιρετικό στην ποικιλία των μοτίβων –φυτικών, ζωικών, γεωμετρικών– με προέλευση από ποικίλες παραδόσεις –ελληνορωμαϊκή, περσική, αραβική– εκτελεσμένα από τους καλύτερους τεχνίτες (εικ. 5-9). Εντυπωσιακό είναι ότι ακόμα και τα κάθετα αρχιτεκτονικά μέλη, π.χ. οι κίονες και οι πεσσοί, φαίνεται ότι έφεραν ανάγλυφη διακόσμηση. Η γλυπτική στον Άγιο Πολύευκτο παρουσιάζει πολλές καινοτομίες σε σχέση με την παράδοση της Ύστερης Αρχαιότητας, ενώ φαίνεται ότι επηρέασε μεταγενέστερα μνημεία όπως ο Άγιος Βιτάλιος στη Ραβέννα και η Ευφρασιανή βασιλική του Παρεντίου. Τέλος, ιδιαίτερα σημαντικές είναι και δέκα ανάγλυφες πλάκες με τις μορφές του Χριστού, της Παναγίας και των Αποστόλων οι οποίες, λόγω του θέματος που απεικονίζουν, αποτελούν επίσης εύρημα μοναδικό για την Κωνσταντινούπολη την περίοδο πριν από την Εικονομαχία.8

4. Τοιχοδομία

Οι τοίχοι της θεμελίωσης είναι κατασκευασμένοι με σειρές από τετραγωνισμένες, καλά λειασμένες πέτρες σε εναλλαγή με σειρές από τούβλα· ο πυρήνας αποτελείται από κονίαμα με αργολιθοδομή. Η ίδια τοιχοδομία θα πρέπει να χρησιμοποιήθηκε για τους τοίχους του ναού, ενώ το πάνω μέρος των τοίχων, στο σημείο της γένεσης των θόλων, περιέτρεχε μια λεπτή σειρά μαρμάρινων πλακών με στρογγυλευμένα άκρα. Από την ανωδομή έχει σωθεί μόνο ένας κτιστός πεσσός, χτισμένος από περίπου σαράντα σειρές τούβλα.

5. Ιστορία του μνημείου

Η Ανικία Ιουλιανή ανήκε στην αριστοκρατία της Κωνσταντινούπολης, με αυτοκρατορική καταγωγή και από τους δυο της γονείς.9 Στο ναό που έχτισε σε επαφή με το ανάκτορό της, πρόθεσή της ήταν να προβάλλει τη βασιλική της καταγωγή και τη δόξα της οικογένειάς της, αλλά και τις φιλοδοξίες της για τον αυτοκρατορικό θρόνο. Οι πληροφορίες που δίνει το επίγραμμα, καθώς και στοιχεία που αντλούνται από άλλες γραπτές πηγές, τοποθετούν την ανέγερση του μνημείου στο διάστημα 524-527 μ.Χ., το έτος δηλαδή ανόδου στο θρόνο του Ιουστινιανού Α΄. Τη χρονολόγηση αυτή επιβεβαιώνουν τα νομισματικά ευρήματα αλλά και επιγραφές με χρονολογίες πάνω στα τούβλα που χρησιμοποιήθηκαν στο κτήριο.10

Παρά τη βασιλική της καταγωγή, η Ιουλιανή Ανικία απέτυχε να δει τόσο το σύζυγό της, Flavius Areobindus Dagalaifus, στρατηγό γερμανικής καταγωγής, όσο και το γιο της να στέφονται αυτοκράτορες. Αντίθετα ο θρόνος πέρασε στα χέρια ενός αμόρφωτου στρατιωτικού, του Ιουστίνου Α΄, τον οποίο διαδέχτηκε ο ανιψιός του, Ιουστινιανός Α΄. Η περιφρόνηση της Ανικίας για την ταπεινή καταγωγή των πολιτικών της αντιπάλων εκφράζεται στην επιγραφή που περιέτρεχε το εσωτερικό του ναού, ενώ ταυτόχρονα εξαίρεται η δική της ευγενική καταγωγή και οι αυτοκρατορικές της φιλοδοξίες. Με την οικοδόμηση του Αγίου Πολυεύκτου, δηλώνεται στην επιγραφή, επεδίωξε να ξεπεράσει τον Σολομώντα, τον βιβλικό βασιλιά-σύμβολο, και το ναό που αυτός έχτισε. Η αρχαιολογική έρευνα αποκάλυψε ότι η δήλωση αυτή στο επίγραμμα δεν ήταν χωρίς περιεχόμενο. Ο Άγιος Πολύευκτος χτίστηκε επαναλαμβάνοντας τις διαστάσεις αλλά και το διάκοσμο του ναού του Σολομώντα, όπως αυτά παραδίδονται από τη Βίβλο.11

Παρά τη λαμπρότητα της κατασκευής του, λίγα είναι γνωστά για τη μετέπειτα τύχη του. Σίγουρα ο ναός ήταν ακόμα σε χρήση το 10ο αιώνα καθώς αναφέρεται ως ένα από τα σημεία από τα οποία περνούσε η πασχαλινή πομπή του αυτοκράτορα.12Τους επόμενους αιώνες όμως φαίνονται σημάδια εγκατάλειψης. Ο ναός θα πρέπει να γκρεμίστηκε στα τέλη του 12ου αιώνα. Τα πολύτιμα υλικά του λεηλατήθηκαν και αρχιτεκτονικά γλυπτά από τον Άγιο Πολύευκτο χρησιμοποιήθηκαν σε άλλες εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης, όπως έχει διαπιστωθεί στην περίπτωση της μονής Παντοκράτορος.13 Άλλα πάλι κλάπηκαν κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους και μεταφέρθηκαν στη Δύση, στη Βενετία, τη Βαρκελώνη και τη Βιέννη. Μετά την Άλωση το 1453, και όταν πια ο χώρος είχε πλήρως ισοπεδωθεί, χτίστηκαν σπίτια και ένα τζαμί. Η κατάληψη του χώρου ήταν συνεχής μέχρι το 1940, οπότε το τζαμί κατεδαφίστηκε . Το 1960 ήρθαν τυχαία ξανά στο φως τα πρώτα τμήματα των αρχιτεκτονικών μελών του Αγίου Πολυεύκτου, κατά τη διάρκεια εργασιών στην περιοχή.

Η συστηματική ανασκαφή που ακολούθησε την τυχαία αποκάλυψη διεξήχθη από το Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης με επικεφαλής τον Dr. Nezih Firatli και το Ινστιτούτο του Dumbarton Oaks με επικεφαλής τον καθηγητή R.M. Harrison. Στις έξι ανασκαφικές περιόδους που ακολούθησαν η ανασκαφή επεκτάθηκε σχεδόν στο σύνολο του χώρου που κάλυπτε ο ναός. Ο πλούτος των ευρημάτων, κυρίως όμως το είδος του οικοδομήματος που αποκαλύφθηκε –ένα σταθερά χρονολογημένο μητροπολιτικό μνημείο– κατέστησε την ανασκαφή μια από τις σημαντικότερες στην Κωνσταντινούπολη.


6. Αποτίμηση

Η σημασία του ναού του Αγίου Πολυεύκτου για την κωνσταντινουπολίτικη ναοδομία του 6ου αιώνα δεν μπορεί πλήρως να εκτιμηθεί, αφού δεν σώζεται η ανωδομή του που θα έδειχνε σε ποιο βαθμό τα τρουλαία οικοδομήματα προηγήθηκαν των γνωστών ιουστινιάνειων καθιδρυμάτων. Σημαντικά, από την άλλη, είναι τα γλυπτά μέλη που έχουν βρεθεί, καθώς δίνουν πληροφορίες για τις τάσεις στη γλυπτική της περιόδου στην πρωτεύουσα, ενώ μπορεί να διαπιστωθεί και η επιρροή τους σε μεταγενέστερα μνημεία· κυρίως όμως η ανακάλυψη των αρχιτεκτονικών καταλοίπων του Αγίου Πολυεύκτου συμπληρώνει, ως ένα βαθμό και παρά τις ελλείψεις στη γνώση μας για το ναό, ένα σημαντικότατο κενό στη γνώση για τα μνημεία της Κωνσταντινούπολης, καθώς από την οικοδόμηση της βασιλικής της Μονής Στουδίου στα μέσα του 5ου αιώνα μέχρι τα λαμπρά οικοδομήματα της περιόδου του Ιουστινιανού κανένα κτήριο δεν έχει σωθεί.



1. Constantini Porphyrogeniti Imperatoris De cerimoniis aulae byzantinae Ι, Reiske, J. (επιμ.) (Bonn 1829), σελ. 75-76.

2. Mango, C. – Ševčenko, I., “Remains of the church of St. Polyeuktos at Constantinople”, Dumbarton Oaks Papers 15 (1961), σελ. 243-244.

3. Η περιγραφή στηρίζεται στην ανασύνθεση που πρότεινε ο ανασκαφέας του ναού Harrison, R.M. “The Church of St. Polyeuktos”, στο Harrison, R.M. (επιμ.), Excavations at Saraçhane in Istanbul, I: The excavations, structures, architectural decoration, small finds, coins, bones and molluscs (Princeton 1985), σελ. 406-11. Βλ. επίσης Harrison, R.M., A temple for Byzantium. The discovery and excavation of Anicia Juliana’s palace-church in Istanbul (London 1989), σελ. 43-74,127-134.

4. Harrison, R.M., A temple for Byzantium. The discovery and excavation of Anicia Juliana’s palace-church in Istanbul (London 1989), σελ. 64. Αλλού έχει προταθεί ότι μπορεί να ανήκουν στο ανάκτορο της κτήτορος του ναού, Ιουλιανής Ανικίας: Mathews, T.F, The early churches of Constantinople: Architecture and Liturgy2 (University Park, 1977), σελ. 52.

5. Harrison, R.M., “The Church of St. Polyeuktos”, στο Harrison, R.M. (επιμ.), Excavations at Saraçhane in Istanbul, I: The excavations, structures, architectural decoration, small finds, coins, bones and molluscs (Princeton 1985), σελ. 407-8.

6. Βλ. Buchwald, Η., “St. Sophia. Turning point in the development of Byzantine Architecture?”, στο Hoffman, V. (επιμ.), Die Hagia Sophia in Istanbul (Bern 1997), σελ. 43 αλλά και Harrison, R.M., “The Church of St. Polyeuktos”, στο Harrison, R.M. (επιμ.), Excavations at Saraçhane in Isatnbul, I: The excavations, structures, architectural decoration, small finds, coins, bones and molluscs (Princeton 1985), σελ. 406, 408-9.

7. Για τη διακόσμηση του μνημείου βλ. Harrison, R.M., A temple for Byzantium. The discovery and excavation of Anicia Juliana’s palace-church in Istanbul (London 1989), σελ. 77-124.

8. Harrison, R.M., “The Church of St. Polyeuktos”, στο Harrison, R.M. (επιμ.), Excavations at Saraçhane in Istanbul, I: The excavations, structures, architectural decoration, small finds, coins, bones and molluscs (Princeton 1985), σελ. 414-8.

9. Για την Ιουλιανή Ανικία βλ. Capizzi, C., “Anicia Giuliana (462 ca-530 ca): Ricerche sulla sua famiglia e la sua vita”, Rivista di Studi Bizantini e Neoellenici n.s. 5, XV (1968), σελ. 191-226 και Martindale, J.R., The prosopography of the Later Roman Empire, II (Cambridge 1980), σελ. 635-636, 1309.

10. Harrison, R.M., A temple for Byzantium. The discovery and excavation of Anicia Juliana’s palace-church in Istanbul (London 1989), σελ. 71.

11. Harrison, R.M., “The Church of St. Polyeuktos”, στο Harrison, R.M. (επιμ.), Excavations at Saraçhane in Istanbul, I: The excavations, structures, architectural decoration, small finds, coins, bones and molluscs (Princeton 1985), σελ. 410-11. Πρβ. Alchermes, J.D., “Art and Architecture in the Age of Justinian”, στο Maas, Μ., (επιμ.) The Cambridge Companion to the Age of Justinian (New York 2005), σελ. 364-5.

12. Constantini Porphyrogeniti Imperatoris De cerimoniis aulae byzantinae Ι, Reiske, J. (επιμ.) (Bonn 1829), σελ. 50.

13. R. Ousterhout et al., «Study and restoration of the Zeyrek Camii in Istanbul: first report, 1997-98» Dumbarton Oaks Papers 54 (2000), pp. 265-70.