Ατίκ Μουσταφά Πασά Τζαμί (Αγ. Πέτρος και Μάρκος;)

1. Γενικά

Ο βυζαντινός ναός που είναι γνωστός ως Ατίκ Μουσταφά Πασά Τζαμί (Atık Mustafa Pașa Camii)βρίσκεται στην περιοχή της Βλαχέρνας, πολύ κοντά στα τείχη του Κεράτιου κόλπου (σημ. περιοχή Ayvansaray), περίπου 100-150 μ. ανατολικά του ναού της Παναγίας Βλαχέρνας. Πρόκειται για ένα μνημείο σημαντικό για την κατανόηση της εξέλιξης της ναοδομίας στην Κωνσταντινούπολη μετά την Εικονομαχία. Σχετικά με την αρχική αφιέρωση του ναού έχουν γίνει κάποιες εικασίες (Άγιοι Πέτρος και Μάρκος, Άγιοι Ανάργυροι, Άγιος Ηλίας του Πετρίου) αλλά για όλες υπάρχουν σημαντικά αντεπιχειρήματα (βλ. στη συνέχεια).

2. Αρχιτεκτονικός σχεδιασμός

Οι διαστάσεις του κτηρίου είναι 15 μ. πλάτος και 17,5 μ. μήκος. Αποτελεί το μόνο σωζόμενο παράδειγμα απλού τετράστυλου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού στην Κωνσταντινούπολη (βλ. κάτοψη):1 ανάμεσα στο σταυρικό τετράγωνο και την τριπλή αψίδα δεν παρεμβάλλεται ο επιμήκης χώρος ο οποίος χαρακτηρίζει τους σύνθετους σταυροειδείς εγγεγραμμένους ναούς που απαντώνται συνήθως στην Κωνσταντινούπολη. Η προέλευση αυτού του αρχιτεκτονικού τύπου έχει συνδεθεί με τη μοναστική ναοδομία του 8ου αιώνα, κυρίως στον Όλυμπο της Βιθυνίας, που είναι ακόμη κατά την περίοδο αυτή το σημαντικότερο μοναστικό κέντρο του Βυζαντίου.2 Το Ατίκ Μουσταφά Πασά Τζαμί θεωρείται η πρωιμότερη σωζόμενη μετεικονομαχική εκκλησία και η πρώτη του σταυροειδούς εγγεγραμμένου τύπου στην Κωνσταντινούπολη· παρουσιάζει πολλά αρχαϊκά στοιχεία και μπορεί να αναχθεί στο β΄ μισό του 9ου αιώνα.

Τα τέσσερα στηρίγματα του τρούλου είναι κτιστοί πεσσοί, πολύ λιγότερο ογκώδεις ωστόσο σε σχέση με τους πεσσούς των μεταβατικών τρουλαίων βασιλικών· τα γωνιακά διαμερίσματα είναι ευρύχωρα δωμάτια που επικοινωνούν με τους υπόλοιπους χώρους του ναού μέσω τοξωτών ανοιγμάτων και στεγάζονται με καμάρες. Στην ανατολική πλευρά το κτήριο απολήγει σε τρεις πλατιές ισοϋψείς αψίδες, ημικυκλικές εσωτερικά και τρίπλευρες εξωτερικά (εικ. 5). Τα τοξωτά παράθυρα της κεντρικής αψίδας διατάσσονται σε δύο σειρές και δεν έχουν ενωθεί σε τρίλοβα, αλλά χωρίζονται με τμήματα τοίχου, γεγονός που θεωρείται αρχαϊκό στοιχείο· από τις αρχές του 10ου αιώνα, π.χ. στο βόρειο ναό της Μονής Λιβός (907), τα παράθυρα των αψίδων γίνονται τρίλοβα με αμφικιονίσκους να χωρίζουν τους λοβούς.3

Πολλά ανοίγματα υπήρχαν και στη νότια πρόσοψη του κτηρίου (εικ. 6). Στο κέντρο της, μεταξύ δύο αντηρίδων, διακρίνονται ακόμη τα ίχνη ενός τριπλού τοξωτού ανοίγματος προς το εσωτερικό του ναού. Αυτό πλαισιωνόταν στα ανατολικά από μια απλή θύρα και στα δυτικά από ένα διπλό τοξωτό άνοιγμα. Στο πάνω επίπεδο ανοίγονταν παράθυρα – ένα, δύο ή τρία, ανάλογα με το εύρος του αντίστοιχου ανοίγματος στο κάτω επίπεδο. Στις τρεις κόγχες των ημικυκλικών απολήξεων του κεντρικού τριπλού τοξωτού ανοίγματος αποκαλύφθηκαν το 1957 από το Αμερικανικό Βυζαντινό Ινστιτούτο τοιχογραφίες με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ (εικ. 7) στο κέντρο και τους αγίους Κοσμά (εικ. 9) και Δαμιανό (εικ. 8) εκατέρωθεν, οι οποίες χρονολογούνται στο πρώτο μισό του15ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες αυτές, μαζί με τα εντελώς διαφορετικής τεχνοτροπίας σπαράγματα τοιχογραφιών από τον εξωνάρθηκα της Μονής της Χώρας, αποτελούν τα μόνα δείγματα μνημειακής ζωγραφικής από την Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο αυτή.4

Στο κεντρικό και δυτικό τμήμα της νότιας πρόσοψης του κτηρίου ο πάνω όροφος προβάλλει σε σχέση με τον κάτω, ένδειξη ενδεχομένως ύπαρξης κάποιας οροφής σε αυτό το σημείο για τη στέγαση του εξωτερικού χώρου, που θα δημιουργούσε ένα είδος πρόπυλου. Από την Υστεροβυζαντινή περίοδο έχουν βρεθεί ταφές στο χώρο αυτό. Είναι πιθανό ότι κατά την περίοδο αυτή το πρόπυλο μετατράπηκε σε ταφικό παρεκκλήσι, και αυτό πιθανόν εξηγεί και την απεικόνιση του ψυχοπομπού αγίου, του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Το παρεκκλήσι πάντως θα πρέπει να είχε καταστραφεί μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα.5

Η βόρεια εξωτερική πλευρά του κτηρίου έχει υποστεί εκτεταμένες μετασκευές, όμως τα ίχνη της Βυζαντινής περιόδου που διατηρούνται μαρτυρούν μια διάρθρωση ανάλογη με την πλευρά της νότιας. Στη δυτική πλευρά υπήρχε κατά τη Βυζαντινή περίοδο νάρθηκας, από τον οποίο σώζονται τμήματα μόνο των πλάγιων τοίχων. Τρεις θύρες εξασφάλιζαν την πρόσβαση από το νάρθηκα στον κυρίως ναό.

Οι αναλογίες του κτηρίου αρχικά θα ήταν πιο ραδινές, ενώ σήμερα φαίνονται κάπως βαριές. Αυτό οφείλεται στη μεταβολή της στάθμης του εδάφους τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό του ναού. Υπολογίζεται ότι στη Βυζαντινή περίοδο το δάπεδο του κτηρίου βρισκόταν περίπου 1,50 μ. χαμηλότερα από το σημερινό. Επίσης ο τρούλος του βυζαντινού ναού θα πρέπει να εδραζόταν σε ψηλότερο τύμπανο, διάτρητο με πολλά παράθυρα.

3. Χρονολόγηση

Η τοιχοποιία, όπως διακρίνεται στην ανατολική πλευρά του κτηρίου, χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή σειρών τούβλων και πέτρας, τρόπος χτισίματος που συναντάται στην Κωνσταντινούπολη από τον 5ο ως το 14ο αιώνα. Ωστόσο απουσιάζει πλήρως η διακοσμητική τοιχοποιία, η οποία αναπτύσσεται στη Μεσοβυζαντινή εποχή. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τα αρχαϊκά στοιχεία των αψίδων, οδηγεί σε μια πρώιμη χρονολόγηση του μνημείου.6 Ενώ το σχέδιο των τριών τρίπλευρων αψίδων με επιφάνειες διάτρητες από παράθυρα απαντάται και στους σταθερά χρονολογημένους ναούς της Θεοτόκου της Μονής Λιβός και του καθολικού της Μονής Μυρελαίου (920-922 μ.Χ.), στο μνημείο που εξετάζουμε η διαμόρφωση των παραθύρων παραπέμπει, όπως είδαμε, σε παλαιότερες τάσεις. Η απουσία, επιπλέον, του οριζόντιου γείσου που εμφανίζεται στους άλλους δύο κωνσταντινουπολίτικους ναούς και αποσκοπεί στην ενοποίηση των αψίδων θεωρείται ένα ακόμα χαρακτηριστικό παλαιότερων και απλούστερων μορφών δομής στο Ατίκ Μουσταφά Πασά Τζαμί. Βάσει όλων αυτών, το μνημείο χρονολογείται στο β’ μισό του 9ου αιώνα και εντάσσεται στην εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα που ανέπτυξε ο Βασίλειος Α΄ μετά την άνοδό του στο θρόνο, το 867 μ.Χ.7 Η σημασία του μνημείου έγκειται στο ότι, ως ο αρχαιότερος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός στην πρωτεύουσα και με πολλά αρχαϊκά στοιχεία, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό δείγμα της αρχιτεκτονικής εξέλιξης που οδήγησε στην παγίωση του αρχιτεκτονικού αυτού τύπου στα Μεσοβυζαντινά χρόνια. Αν, από την άλλη, αποδειχτεί ορθή η όψιμη χρονολόγηση που πρότεινε ο Müller-Wiener, τότε το μνημείο θα ενταχθεί στα μνημεία του τέλους του 11ου και 12ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη που διακρίνονται για τον αρχαϊσμό τους ως προς την επιλογή αρχιτεκτονικού τύπου (Gül Camii, Μονή της Χώρας, Kalenderhane Camii).

4. Ιστορία του μνημείου

Η ιστορία της ίδρυσης του ναού συνδέεται άμεσα με την αρχική του αφιέρωση.8 Ως προς αυτήν, όμως, υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα. Πρώτος συνέδεσε το μνημείο με το ναό των Αγίων Πέτρου και Μάρκου των Βλαχερνών –γνωστό από βυζαντινές πηγές– ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κωνστάντιος Α΄, το 19ο αιώνα.9 To Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως αναφέρει ως κτήτορες δύο πατρικίους που έφεραν το 458 στην Κωνσταντινούπολη την εσθήτα της Παναγίας από τους Αγίους Τόπους και έχτισαν το ναό για να στεγάσουν το κειμήλιο.10 Οπωσδήποτε ο υπάρχων ναός δεν μπορεί να χρονολογηθεί στον 5ο αιώνα. Είναι βέβαια πιθανό η αναφορά στην παλαιότητα του ναού να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα· πάντως δεν υπάρχει και κανένα στοιχείο που να συνηγορεί υπέρ της ταύτισης με τον ναό των Αγίων Πέτρου και Μάρκου.

Μια δεύτερη πρόταση έγινε από τον Eyice, σύμφωνα με την οποία πρόκειται για το ναό της Αγίας Θέκλας, ένα παρεκκλήσι που έχτισε τον 9ο αιώνα η κόρη του αυτοκράτορα Θεοφίλου Θέκλα, στο παλάτι των Βλαχερνών σε επαφή με τα προσωπικά της διαμερίσματα.11 Η χρονολόγηση του κτηρίου ταιριάζει με αυτήν την πρόταση, όμως η θέση του και οι διαστάσεις του δεν επιτρέπουν την υπόθεση ότι επρόκειτο για ένα ιδιωτικό παρεκκλήσιο ενταγμένο στο συγκρότημα του ανακτόρου των Βλαχερνών.

Μια άλλη πρόταση ταύτισης, με τη Μονή των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού στην περιοχή των Βλαχερνών,12 αν και ενισχύεται από την ύπαρξη των τοιχογραφιών με τις μορφές των δύο αγίων, προσκρούει σε άλλα αρχαιολογικά δεδομένα. Στο μνημείο δεν υπάρχει ίχνος παλαιολόγειας επέμβασης, ενώ για το συγκεκριμένο μοναστήρι είναι γνωστό ότι ανακαινίστηκε την περίοδο 1425-48 μ.Χ. από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα Παλαιολογίνα.

Τέλος, οι T.F. Mathews και E.J.W. Hawkins πρότειναν την ταύτιση με το ναό του Αγίου Ηλία του Πετρίου, που αναφέρεται στη Vita Basilii13ως μία από τις εκκλησίες που έχτισε ή ανακαίνισε ο Βασίλειος Α΄, με την επιφύλαξη ότι δεν ξέρουμε αν το Πέτριον εκτεινόταν μέχρι την τοποθεσία όπου βρίσκεται ο σωζόμενος ναός. Το θέμα επομένως της ταύτισης του μνημείου παραμένει ακόμη ανοιχτό.

Μετά την Άλωση ο ναός υπέστη εκτεταμένες μετασκευές, καθώς στις αρχές του 16ου αιώνα μετατράπηκε σε τζαμί από τον βεζίρη Mustafa Paşa. Ο νάρθηκας αντικαταστάθηκε από ξύλινο προθάλαμο (εικ. 10) και χτίστηκε μιναρές στη νοτιοδυτική γωνία (εικ. 3). Πολλά ανοίγματα –θύρες και παράθυρα– κλείστηκαν ή αντικαταστάθηκαν από άλλα μικρότερα, με αποτέλεσμα το εσωτερικό του ναού να γίνει πιο σκοτεινό (εικ. 11 και 12). Στην κεντρική αψίδα τοποθετήθηκε μιχράμπ, ενώ το νοτιοανατολικό γωνιακό διαμέρισμα με την αψίδα του μετατράπηκε σε ιερό του θρυλικού πολεμιστή του Ισλάμ και συντρόφου του προφήτη Μωάμεθ Cabir ibn Abdullah, γεγονός που προσέδωσε ιδιαίτερη ιερότητα στο χώρο.

Στις μετασκευές οφείλεται η διαμόρφωση αετωματικών απολήξεων στις προσόψεις του κτηρίου, αλλά και η αντικατάσταση του τρούλου με νέο που στηρίζεται σε οκταγωνικό, χωρίς ανοίγματα, τύμπανο. Το ακανόνιστο σχήμα της καμάρας της δυτικής κεραίας του σταυρού στο εσωτερικό υποδηλώνει ότι κάποια στιγμή το τμήμα αυτό του κτηρίου ξαναχτίστηκε. Τέλος, οι δύο πλάγιες είσοδοι από το νάρθηκα προς τον κυρίως ναό μετατράπηκαν σε παράθυρα.

5. Σημερινή κατάσταση

Το κτήριο υπέστη καταστροφές από πυρκαγιά (1729) και σεισμό (1894), αλλά επισκευάστηκε και τις δύο φορές. Γύρω στο 1922 έγινε νέα ανακαίνιση. Μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει στο χώρο συστηματική αρχαιολογική έρευνα. Μάλιστα η ιδιαίτερη ιερότητά του για τους μουσουλμάνους αποτελεί συχνά εμπόδιο προς αυτή την κατεύθυνση. Στο νοτιοανατολικό γωνιακό διαμέρισμα, όπου στεγάζεται ο τάφος του Cabir ibn Abdullah, η είσοδος ακόμα και για παρατήρηση είναι απαγορευμένη.




1. Για την αρχιτεκτονική του μνημείου βλ. Mathews, T.F., The byzantine churches of Istanbul. A photographic survey (University Park 1976), σελ. 16· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), σελ. 82-83· Mathews, T.F. – Hawkins, E.J.W., “Notes on the Atik Mustafa paşa camii in Istanbul and its frescoes”, Dumbarton Oaks Papers 39 (1985), σελ. 125-130.

2. Mango, C., Byzantine Architecture (London 21986), σελ. 96-97.

3. Γκιολές, Ν., Βυζαντινή Ναοδομία (600-1204) (Αθήνα 21992), σελ. 87.

4. Mathews, T.F. – Hawkins, E.J.W., “Notes on the Atik Mustafa paşa camii in Istanbul and its frescoes”, Dumbarton Oaks Papers 39 (1985), σελ. 130-133.

5. Mathews, T.F. – Hawkins, E.J.W., “Notes on the Atik Mustafa paşa camii in Istanbul and its frescoes”, Dumbarton Oaks Papers 39 (1985), σελ. 129, 130-131.

6. Mathews, T.F. – Hawkins, E.J.W., “Notes on the Atik Mustafa paşa camii in Istanbul and its frescoes”, Dumbarton Oaks Papers 39 (1985), σελ. 127-128.

7. Η χρονολόγηση στον 9ο αιώνα είναι η επικρατέστερη. Έχει όμως προταθεί και πιο όψιμη χρονολόγηση, στον 11ο-12ο αιώνα, οπότε οι αρχαϊσμοί στην αρχιτεκτονική της πρωτεύουσας δεν ήταν άγνωστοι· βλ. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), σελ. 82.

8. Για μια συνοπτική αναφορά στις προτάσεις σχετικά με την αρχική αφιέρωση του μνημείου βλ. Mathews, T.F. – Hawkins, E.J.W., “Notes on the Atik Mustafa paşa camii in Istanbul and its frescoes”, Dumbarton Oaks Papers 39 (1985), σελ.133-134.

9. Van Millingen, A., Byzantine Churches in Constantinople, Their History and Architecture (London 1912, ανατ. 1974), σελ. 191-2· Janin, R., La géographie ecclésiastique de l'Empire byzantin Ière partie: Le siège de Constantinople et Patriarchat Œcuménique III: Les églises et les monastères(Paris 21969), σελ. 402. Για τον αντίλογο βλ. Schneider, A.M., Byzanz. Vorarbeiten zur Topographie und Archäologie der Stadt (Berlin 1936), σελ. 53· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), σελ. 82· Ebersolt, J. – Thiers, A., Les Églises de Constantinople (Paris 1913), σελ. 131.

10. Delehaye, H. (ed.), Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae, στήλ. 793-4 (2 Ιουλ.).

11. Eyice, S., Istanbul. Petit guide à travers les monuments byzantins et turcs (Istanbul 1955), σελ. 66.

12. Aran, B., “The nunnery of the Anargyres and the Atik Mustafa pasha mosque”, Jahrbuch der Österreichischen Byzantinistik 26 (1977), σελ. 247-253.

13. Vita Basilii [= Theophanes Continuatus V] Συνεχισταί Θεοφάνους 5.82, Bekker, I. (ed.), Theophanes Continuatus (CSHB, Bonn 1838), σελ. 325. Η Vita Basilii, που έχει ενταχθεί ως πέμπτο βιβλίο στη Χρονογραφία των Συνεχιστών του Θεοφάνη, γράφτηκε στα μέσα του 10ου αιώνα (περ. 950) από τον Κωνσταντίνο Ζ' Πορφυρογέννητο ή από κάποιον άλλον του περιβάλλοντός του, σε μια προσπάθεια κατασκευής μιας ένδοξης γενεαλογίας για τον ταπεινής καταγωγής Βασίλειο Α'.