Άγιοι Απόστολοι

1. Ιστορία του οικοδομήματος

Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων βρισκόταν στον 4ο Λόφο, εντός του κωνσταντίνειου τείχους της πόλης, κοντά στο Υδραγωγείο του Ουάλεντος. Τη θέση του μνημείου καταλαμβάνει σήμερα το Fatih Camii, που χτίστηκε αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση του 1453. Οι Άγιοι Απόστολοι ήταν η δεύτερη σημαντικότερη και, πιθανόν, η δεύτερη μεγαλύτερη εκκλησία της βυζαντινής Κωνσταντινούπολης, μετά την Αγία Σοφία. Ήταν προσαρτημένη στο περίκεντρο (κυκλικό) μαυσωλείο του Μεγάλου Κωνσταντίνου (336) και παλαιότερα είχε λανθασμένα αποδοθεί η κατασκευή της στον Κωνσταντίνο Α΄. Ο ναός εγκαινιάστηκε από τον Κωνστάντιο Β΄, που φρόντισε να μεταφερθούν εκεί τα λείψανα του αγίου Τιμοθέου και των αποστόλων Ανδρέα και Λουκά. Ωστόσο, σύμφωνα με το C. Mango, τα λείψανα τοποθετήθηκαν στο μαυσωλείο του Κωνσταντίνου, που μετατράπηκε έτσι σε μαρτύριο των Αποστόλων. Όσον αφορά την εκκλησία, είναι πιθανό να εγκαινιάστηκε και αργότερα, το 370, σύμφωνα με το Πασχάλιον Χρονικόν.1 Ένα άλλο, σταυρόσχημο μαυσωλείο προστέθηκε πιθανώς τον 6ο αιώνα και αποδίδεται στον Ιουστινιανό Α΄. Τα μαυσωλεία και η εκκλησία χρησιμοποιήθηκαν για αυτοκρατορικές ταφές μέχρι το 1028, με τον Κωνσταντίνο Η΄ να είναι ο τελευταίος αυτοκράτορας που ετάφη εκεί.2

Η εκκλησία έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στις αυτοκρατορικές τελετές, και το Περί βασιλείου τάξεως του Πορφυρογέννητου κατονομάζει τους Αγίους Αποστόλους ως σταθερό σημείο κατά μήκος της πομπικής οδού που ξεκινούσε από τη Χρυσή Πύλη.3 Στο Βίο Βασιλείου δίνονται πληροφορίες για τις επισκευές του 9ου αιώνα στην εκκλησία: ο Βασίλειος Α΄ περιγράφεται να ενισχύει το ναό με αντηρίδες και να επισκευάζει ορισμένα σημεία που είχαν καταρρεύσει.4 Κατά πάσα πιθανότητα, την ίδια περίοδο ο ναός διακοσμήθηκε με έναν κύκλο ψηφιδωτών, που περιγράφεται εν μέρει από τον Κωνσταντίνο Ρόδιο περί το 940. Κάποια στιγμή μεταξύ 10ου και 12ου αιώνα, η εκκλησία ανακαινίστηκε και πάλι και τα ψηφιδωτά ανακατασκευάστηκαν εν μέρει· αυτά τα ψηφιδωτά τα περιέγραψε ο Νικόλαος Μεσαρίτης.5 Η εκκλησία υπέστη πιθανώς καταστροφές κατά την άλωση της πόλης από τους σταυροφόρους το 1204. Οι τελευταίες πληροφορίες για το κτίσμα εντοπίζονται στο Προσκύνημα του μοναχού Ζωσιμά (Choždenie inoka Zosimy), του 15ου αιώνα.6

Μετά την οθωμανική κατάκτηση το 1453, ο ναός παραχωρήθηκε στο Γεννάδιο Β΄ Σχολάριο ως έδρα του Πατριαρχείου, αλλά γρήγορα αποδείχτηκε ακατάλληλος για αυτή τη χρήση, και το Πατριαρχείο μεταφέρθηκε στο ναό της Παμμακαρίστου.7 Ο Μωάμεθ Β΄ έχτισε εκεί το οθωμανικό Fatih Camii («το τέμενος του κατακτητή») μαζί με το ιμαρέτ του το 1463· το 1766 το τζαμί υπέστη εκτεταμένες φθορές από σεισμό και ανακαινίστηκε εκτενώς από το Μουσταφά Γ΄.

2. Η μαρτυρία των πηγών

Μέχρι πρόσφατα πιστευόταν ότι δεν είχε σωθεί κανένα αρχιτεκτονικό κατάλοιπο του ναού των Αγίων Αποστόλων. Ωστόσο, με βάση τις περιγραφές των γραπτών πηγών, ορισμένες σχηματοποιημένες απεικονίσεις σε χειρόγραφα και τη σύγκριση με άλλα οικοδομήματα που αντέγραψαν τους Αγίους Αποστόλους, όπως οι ναοί του Αγίου Ιωάννη στην Έφεσο και του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, έχουν προταθεί κατά καιρούς κάποιες αποκαταστάσεις του ναού.

Το έργο Βίος Κωνσταντίνου του Ευσεβίου δίνει μια λεπτομερή περιγραφή του μαυσωλείου του Κωνσταντίνου. Το κτήριο έστεκε ανεξάρτητο μέσα σε παραλληλόγραμμο περίβολο με προστώα, περιστοιχισμένο από βοηθητικά κτίσματα. Είχε σχήμα ροτόντας παρόμοιο με τα σωζόμενα στη Ρώμη αυτοκρατορικά μαυσωλεία του 4ου αιώνα. Ο τρούλος ήταν επίχρυσος, οι τοίχοι καλύπτονταν με ορθομαρμάρωση και τα περιμετρικά ανοίγματα με ορειχάλκινα κιγκλιδώματα. Μέσα στη ροτόντα φυλάσσονταν λίθινες σαρκοφάγοι με αυτοκρατορικές ταφές. Πολύ λιγότερες μαρτυρίες υπάρχουν για το ναό του 4ου αιώνα, αν και πρέπει να ήταν ένα μεγάλο σταυρόσχημο οικοδόμημα όπως και ορισμένες άλλες σημαντικότατες εκκλησίες του 4ου αιώνα τόσο στην Ανατολή όσο και στην Ιταλία.8

Ο ιουστινιάνειος ναός, που εγκαινιάστηκε στις 28 Ιουνίου 550 και κατεδαφίστηκε με εντολή του Μωάμεθ Β΄ στα μέσα του 15ου αιώνα, περιγράφεται από τον Προκόπιο.9 Αυτός ο δεύτερος ναός ακολούθησε τη σταυρική κάτοψη του προηγούμενου, αλλά η ανωδομή επιστεφόταν με πέντε τρούλους, έναν πάνω από κάθε κεραία του σταυρού και τον πέμπτο πάνω από την κεντρική διασταύρωση, όπου βρισκόταν και η Αγία Τράπεζα. Η δυτική κεραία προεκτεινόταν με ένα αίθριο και πρόβαλλε έτσι ως πιο επιμήκης από τις άλλες τρεις. Μία εσωτερική κιονοστοιχία ακολουθούσε τη σταυρική κάτοψη του ναού, ενώ όλες οι κεραίες διέθεταν υπερώα.10 Ο κεντρικός τρούλος εδραζόταν πάνω σε τύμπανο το οποίο διατρυπούσαν περιμετρικά παράθυρα, έβαινε πάνω σε τέσσερις ογκώδεις πεσσούς και έστεκε ψηλότερα από τους τέσσερις άλλους τρούλους της εκκλησίας.11 Ο ναός ανακαινίστηκε επί Βασιλείου Α΄, αλλά πιθανότατα η κάτοψή του παρέμεινε η ίδια και, επομένως, θεωρείται δεδομένο ότι το οικοδόμημα που απεικονίζεται στο Μηνολόγιον του Βασιλείου Α΄ είναι το ίδιο με τον ιουστινιάνειο ναό.12

Την εσωτερική διακόσμηση του κτηρίου έχει περιγράψει ο Κωνσταντίνος Ρόδιος μεταξύ των ετών 931 και 944. Τα ψηφιδωτά που περιγράφονται πιστεύεται ότι ανήκουν στην εποχή της ανακαίνισης επί Βασιλείου Α΄. Μια μεταγενέστερη περιγραφή του Νικόλαου Μεσαρίτη, γραμμένη μεταξύ 1198 και 1203, διάστημα κατά το οποίο ήταν σκευοφύλακας των εκκλησιών του Μεγάλου Παλατιού, παρουσιάζει ορισμένες διαφορές που υποδηλώνουν μία επιπλέον φάση ανανέωσης της διακόσμησης, μετά το 10ο αιώνα.13 Ο Μεσαρίτης περιγράφει επίσης την ορθομαρμάρωση στους τοίχους και τα δάπεδα με τα μαρμαροθετήματα. Η Αγία Τράπεζα κάτω από τον κεντρικό τρούλο, στο σημείο διασταύρωσης των κεραιών του σταυρού, βρισκόταν κάτω από ένα πυραμιδωτό κιβώριο, ενώ στα ανατολικά του υπήρχε ένα σύνθρονο, κατάλοιπο πιθανώς της ιουστινιάνειας φάσης του οικοδομήματος.

3. Αρχαιολογική μαρτυρία και απόπειρα αναπαράστασης

Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της εκκλησίας θεωρούνταν προ πολλού χαμένα, εκτός από ορισμένα αποσπασματικά θραύσματα γλυπτών που βρέθηκαν στην αυλή του τζαμιού το 1953, κάποιους βυζαντινούς κίονες σε δεύτερη χρήση μέσα στο τζαμί και σε κοντινά οθωμανικά κτήρια, μία υπόγεια περίστυλη κινστέρνα στα βόρεια του οθωμανικού περιβόλου και τις αυτοκρατορικές σαρκοφάγους (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σήμερα εκτίθενται έξω από το Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινουπόλεως).14

Ωστόσο, το 2001 ο Ken Dark, συνυπεύθυνος του προγράμματος Istanbul Rescue Archaeological Survey μαζί με τον Feründün Özgümüş, εξέτασε το Fatih Camii και μέρος του συγκροτήματος που το περιβάλλει και βρήκε ίχνη από ένα πολύ μεγάλο οικοδόμημα που χρονολογείται νωρίτερα από τα σωζόμενα τμήματα του αρχικού τζαμιού του 15ου αιώνα. Αυτό το κτίσμα, προφανώς σταυρόσχημο στην κάτοψη, ξεχωρίζει με τις σειρές τετραγωνισμένων ασβεστολιθικών δόμων υπόλευκου χρώματος, που είναι σαφώς πιο διαβρωμένοι από τους υπερκείμενους λίθους. Οι δόμοι είναι εμφανώς πρωιμότεροι του 15ου αιώνα και δεν εξυπηρετούν κανένα δομικό ρόλο για το κτήριο του τζαμιού του 15ου αιώνα, ενώ από την άλλη θα μπορούσαν κάλλιστα να ανήκουν στο βυζαντινό ναό των Αγίων Αποστόλων που καταλάμβανε παλαιότερα τη θέση αυτή.15

Με βάση τα νέα αυτά δεδομένα, ο Dark επιχειρεί την αποκατάσταση ενός οικοδομήματος με πλάτος περ. 57 μ. και μήκος 38 μ., με εγκάρσια κλίτη μήκους περ. 35 μ. που προβάλλουν περί τα 6,5 μ. Αυτό σημαίνει ότι η κάτοψη του κτηρίου ήταν μεν σταυρική, αλλά όχι στο σχήμα του ελληνικού σταυρού (με ισομήκεις κεραίες), όπως είχε προτείνει ο Krautheimer στη δική του, πρωιμότερη αποκατάσταση, που βασιζόταν μόνο στις γραπτές μαρτυρίες.16 Ο Dark προτείνει λοιπόν μια εναλλακτική αποκατάσταση του ναού, με νάρθηκα στα δυτικά και με πλευρικά προστώα, που παραπέμπει σε μια κάτοψη πιο κοντινή στο ναό του Αγίου Ιωάννη στην Έφεσο και του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, τις δύο εκκλησίες που λέγεται ότι είχαν αρχιτεκτονικό πρότυπο το ναό των Αγίων Αποστόλων.17 Σε κάθε περίπτωση, αν τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που βρέθηκαν το 2001 ανήκουν όντως στον ιουστινιάνειο ναό των Αγίων Αποστόλων, δίνουν μια νέα και πιο σταθερή βάση για την αποκατάσταση της εκκλησίας, που θεωρούνταν πολλά χρόνια οριστικά χαμένη.




1. Downey, G., “The Builder of the Original Church of the Apostles at Constantinople: A Contribution to the Criticism of the 'Vita Constantini' Attributed to Eusebius”, Dumbarton Oaks Papers 6 (1951), σελ. 51-80· Mango, C., “Constantine’s Mausoleum and the Translation of Relics”, Byzantinische Zeitschrift 83 (1990), σελ. 51-61· Chronicon Paschale, Dindorf, L. (επιμ.) (CSHB, Bonn 1832), σελ. 559.

2. Downey, G., “The Tombs of the Byzantine Emperors at the Church of the Holy Apostles in Constantinople”, Journal of Hellenic Studies 79 (1959), σελ. 27.

3. Mango, C., “The Triumphal Way of Constantinople and the Golden Gate”, Dumbarton Oaks Papers 54 (2000), σελ. 177.

4. Vita Basilii, Bekker, I. (επιμ.), Theophanes Continuatus (CSHB, Bonn 1838), σελ. 323. Ο Βίος Βασιλείου αποτελεί το πέμπτο βιβλίο στη Χρονογραφία των Συνεχιστών του Θεοφάνους και γράφτηκε περί το 950 από τον Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο ή από κάποιον του περιβάλλοντός του.

5. Warton-Epstein, A., “The rebuilding and Redecoration of the Holy Apostles in Constantinople: reconsideration”, Greek, Roman and Byzantine Studies 23 (1982), σελ. 79-92.

6. Dietrich, A. P., “13th-15th Century Russian Accounts of Constantinople and Their Value as Historical Sources”, Russian Literature 40:2 (2006), σελ. 232.

7. Kazhdan, A. et al. (επιμ.), Oxford Dictionary of Byzantium 2 (Oxford – New York 1991), σελ. 940, βλ. λ. “Holy Apostles of Constantinople” (C. Mango).

8. Dark, K.R. – Özgümüş, F., “New Evidence of the Church of the Holy Apostles”, Journal of Oxford Archaeology 21:4 (2002), σελ. 395.

9. Προκόπιος, Περί κτισμάτων I, iv. 9-24, Dewing, H.B. (μτφρ.), Procopius Opera 7 (Loeb Classical Library, London 1940), σελ. 49-53.

10. Dark, K.R.  – Özgümüş, F., “New Evidence of the Church of the Holy Apostles”, Journal of Oxford Archaeology 21:4 (2002), σελ. 395.

11. Krautheimer, R., Early Christian and Byzantine Architecture4 (New Haven – London 1986), σελ. 242.

12. Krautheimer, R., Early Christian and Byzantine Architecture4 (New Haven – London 1986), σελ. 241, εικ. 195.

13. Warton-Epstein, A., “The rebuilding and Redecoration of the Holy Apostles in Constantinople: reconsideration”, Greek, Roman and Byzantine Studies 23 (1982), σελ. 79-92.

14. Eyice, S., “Les fragments de la décoration plastique de l’église des Saints Apôtres”, Cahiers Archéologiques 8 (1956), σελ. 63-74· Grierson, P., “Tombs and Obits of Byzantine Emperors”, Dumbarton Oaks Papers 16 (1962), σελ. 1-65.

15. Dark, K.R. – Özgümüş, F., “New Evidence of the Church of the Holy Apostles”, Journal of Oxford Archaeology 21:4 (2002), σελ. 397-406.

16. Dark, K.R. – Özgümüş, F., “New Evidence of the Church of the Holy Apostles”, Journal of Oxford Archaeology 21:4 (2002), σελ. 406-408· Krautheimer, R., Early Christian and Byzantine Architecture4 (New Haven and London 1986), σελ. 242.

17. Dark, K.R. - Özgümüş, F., “New Evidence of the Church of the Holy Apostles”, Journal of Oxford Archaeology 21.4 (2002), σελ. 408.