Φόρος "varlık vergisi" στην Κωνσταντινούπολη

1. Εισαγωγή

Ο νόμος για τον Κεφαλικό Φόρο που συζητήθηκε και ψηφίστηκε από την Τουρκική Βουλή στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (11 Νοεμβρίου 1942) ήταν ξεκάθαρα μια σημαντική νομοθετική πράξη όχι μόνο από οικονομική αλλά και από πολιτική και πολιτισμική άποψη. Η εισήγηση του νόμου περιελάμβανε μια σειρά από επιμέρους διαδικασίες όπως τη σύνταξη του νομοσχεδίου, την ψήφισή του από τη Βουλή, την υποστήριξή του από τον Τουρκικό τύπο, τις διαδικασίες μέσω των οποίων οι ονομαζόμενες «ανεξάρτητες» επιτροπές θα προσδιόριζαν ποιος οφείλει να πληρώσει καθώς και το μέγεθος των οφειλών, την αναγγελία των ονομάτων των φορολογουμένων και τις εκτιμήσεις των οφειλών τους, τον καθορισμό της χρονικής έναρξης εξόφλησης των οφειλών, την υποχρεωτική πώληση της περιουσίας όσων δεν μπορούσαν να πληρώσουν εμπρόθεσμα και την μεταφορά αυτών των οφειλετών οι οποίοι αδυνατούσαν να πληρώσουν στο στρατόπεδο εργασίας του Άσκαλε (Aşkale) ώστε να «εξοφλήσουν τα χρέη τους με σωματική εργασία». Όταν όλα αυτά τα στάδια εξεταστούν στο σύνολό τους, ο Κεφαλικός Φόρος μπορεί να χρησιμεύσει ως το τέλειο παράδειγμα για την «αντι-μειονοτική» πολιτική που εφαρμόστηκε στην Τουρκία κατά τη διάρκεια της μονοκομματικής περιόδου 1925-1945.

2. Πολιτική για τους μη Μουσουλμάνους και τον «Εκτουρκισμό»

Έχει υποστηριχτεί ότι ο Κεφαλικός Φόρος εφαρμόστηκε με σκοπό να φορολογηθούν τα υπερβολικά κέρδη που προέκυψαν από τις συνθήκες οι οποίες δημιούργησε ο πόλεμος και να μειωθούν τα ποσά των χρημάτων που βρισκόταν σε κυκλοφορία. Η Κωνσταντινούπολη βέβαια ανήκε σε ένα ιδιαίτερο καθεστώς, αφού ήταν η πόλη όπου η εμπορική αστική τάξη είχε τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση. Αλλά η έκταση, στην οποία ο Κεφαλικός Φόρος εφαρμόστηκε εκεί, δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο με οικονομικούς όρους. Η πολυεθνική δομή της πόλης, κληρονομιά της oθωμανικής περιόδου, και οι επίσημες πιέσεις που ασκήθηκαν σε μη μουσουλμανικές μειονότητες σε άλλες περιοχές της χώρας προκειμένου να μετοικήσουν στην πόλη κατά τη δεκαετία του 1930, την κατέστησαν ιδιαίτερα ευάλωτη σε «αντι-μειονοτικές» πολιτικές. Η «ιδιαίτερη μεταχείριση» που είχαν οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης από τη γραφειοκρατία της Άγκυρας στη διάρκεια αυτής της περιόδου είχε σχέση με τα κοινωνικά, πολιτισμικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά της στον ίδιο βαθμό που είχε να κάνει και με την οικονομία της. Αρκεί να σημειωθεί ότι ο «κοσμοπολιτισμός» δεν ήταν ευπρόσδεκτο χαρακτηριστικό από την κυβέρνηση της Άγκυρας.

Η κυβέρνηση της Άγκυρας, που είχε ανταποκριθεί στην πολεμική σύρραξη το 1939 με την επιστράτευση περίπου ενός εκατομμυρίου ανδρών, και προσπαθούσε να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες μόνο με την έκδοση χαρτονομισμάτων, ξεκίνησε την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1942 να αναζητά τρόπους για την φορολόγηση υπερβολικών κερδών.1 Η επιτροπή που συγκροτήθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών Φουάτ Αγραλί (Fuat Ağralı) είχε μπει στη διαδικασία σχεδιασμού πρότασης νόμου. Την ίδια περίοδο ορισμένοι σχολιαστές του τύπου, επισημαίνοντας ότι κυρίως οι μη μουσουλμάνοι έμποροι ήταν εκείνοι που επωφελούνταν από την έλλειψη αγαθών, η οποία οφειλόταν στον υψηλό πληθωρισμό και τη μείωση των εισαγωγών, ζητούσαν τη συγκρότηση επιτροπής που θα τους φορολογούσε για τη θεωρούμενη κερδοσκοπία τους.2

Όλο το καλοκαίρι του 1942 ο τύπος της Κωνσταντινούπολης έδινε έμφαση σε ειδήσεις που έτειναν να συνδέουν τους μη μουσουλμάνους με πράξεις κλοπής, μαύρη αγορά, οικονομικούς εκβιασμούς, κερδοσκοπία και αισχροκέρδεια.3 Τα σκίτσα που δημοσιεύονταν εκείνο το καλοκαίρι παρουσίαζαν καρικατούρες Εβραίων σε γελοιογραφίες με περιεχόμενο κατά των μειονοτήτων. Οι γελοιογραφίες εξάλλου που δημοσιεύονταν σε περιοδικά γελοιοποιούσαν όχι μόνο τους Εβραίους, αλλά κατ’ αναλογία και όλους τους μη μουσουλμάνους.

Στις 12 Σεπτεμβρίου ο οικονομικός επιθεωρητής Φαΐκ Οκτέ (Faik Ökte) διορίστηκε διευθυντής στη Δημόσια Εφορεία της Κωνσταντινούπολης. Την πρώτη μέρα που έφτασε στο γραφείο του τού παραδόθηκε μια επίσημη επιστολή που είχε σταλεί από την Άγκυρα δεκαπέντε ημέρες πριν. Η επιστολή περιείχε ένα επίσημο αίτημα: «Κατόπιν της δηλώσεως ότι οι νόμοι μας απέτυχαν να φορολογήσουν τα υπερβολικά κέρδη που πραγματοποιήθηκαν εξαιτίας των συνθηκών του πολέμου και την κερδοσκοπία, με συνέπεια τη συσσώρευση πλούτου κυρίως από τις μειονότητες, να διερευνηθεί άμεσα στην αγορά ποιοι απέκτησαν αυτά τα κέρδη με τον παραπάνω τρόπο και να καταγραφούν οι μειονότητες σε ξεχωριστό πίνακα».4

Ο Φαΐκ Οκτέ προσπάθησε να ανταποκριθεί στο αίτημα συλλέγοντας πληροφορίες από διάφορες εφοριακές υπηρεσίες στην Κωνσταντινούπολη, συντάσσοντας καταλόγους με φορολογούμενους για τους οποίους πιστευόταν ότι είχαν υπερβολικά κέρδη και ταξινομώντας τους σύμφωνα με την εθνοτική και θρησκευτική τους καταγωγή.5 Σταδιακά η προκαταρκτική μελέτη ολοκληρώθηκε: η απαραίτητη προπαγάνδα είχε διαδοθεί στον τύπο και οι προετοιμασίες από τεχνικής πλευράς είχαν γίνει. Ο νόμος είχε ήδη σχηματοποιηθεί στο μυαλό των ιθυνόντων και το μόνο που χρειαζόταν ήταν να γραφτεί στο χαρτί και να ψηφιστεί από το κοινοβούλιο.

Ο πρόεδρος Ινονού (İnönü) σε λόγο του στις 29 Οκτωβρίου 1942 με την ευκαιρία του εορτασμού της Ημέρας της Δημοκρατίας ανακοίνωσε τα εξής: «η ικανότητα του έθνους να προσφέρει τα πάντα στις ένοπλες δυνάμεις και να υπομένει κάθε είδους δυσκολία προς όφελος της ευημερίας της πατρίδας είναι η μεγαλύτερη μας εγγύηση στις συμφορές. Μην έχετε καμιά αμφιβολία ότι όσοι διεφθαρμένοι απομακρύνονται από τον ίσιο δρόμο, όσο ικανοί και απατεώνες και αν είναι, αργά ή γρήγορα θα συλληφθούν».6

Δυο μέρες αργότερα ο Ινονού στην επίσημη έναρξη των εργασιών του κοινοβουλίου την 1η Νοεμβρίου μίλησε με ανάλογο τρόπο: « αναχρονιστικοί, ανέντιμοι γαιοκτήμονες που νομίζουν ότι αυτοί οι ταραγμένοι καιροί αποτελούν μια μοναδική ευκαιρία, και άπληστοι, κερδοσκόποι έμποροι που, αν μπορούσαν, θα έκαναν και τον αέρα που αναπνέουμε εμπόρευμα, καθώς και μια μερίδα πολιτικών που πιστεύουν πως όλες αυτές οι δυσκολίες είναι μια μεγάλη ευκαιρία για την επίτευξη των πολιτικών τους φιλοδοξιών και δύσκολα προσδιορίζει κανείς για ποιο έθνος εργάζονται, προσπαθούν με θρασύτητα να σαμποτάρουν ολόκληρη τη ζωή ενός μεγάλου έθνους».7 Η καταιγίδα πλησίαζε.

Στις 11 Νοεμβρίου ο Πρωθυπουργός Σαράτζογλου (Saracoğlu) έβγαλε έναν εκτενή λόγο στο κοινοβούλιο και αποκάλυψε ένα οικονομικό πρόγραμμα που περιελάμβανε λεπτομερή παρουσίαση του Κεφαλικού Φόρου. Ο Πρωθυπουργός εξήγησε στο κοινοβούλιο το στόχο του Κεφαλικού Φόρου με τον ακόλουθο τρόπο: « Ο σκοπός που επιδιώκουμε με αυτόν το νόμο είναι να μειώσουμε τα χρηματικά ποσά που βρίσκονται σε κυκλοφορία και να δημιουργήσουμε απόθεμα για την αντιμετώπιση των εθνικών μας αναγκών. Μαζί με τα παραπάνω, τα δευτερεύοντα οφέλη που θα φέρει η εφαρμογή αυτού του νόμου όπως η ενδυνάμωση του Τουρκικού νομίσματος, η άρση του λαϊκού μίσους για τους κερδοσκόπους και ο αντίκτυπος στη μείωση των τιμών, που θα οφείλεται στο γεγονός ότι ιδιοκτησίες θα διοχετευθούν αναγκαστικά προς πώληση για την αποπληρωμή των χρεών, δε μπορούν να υποτιμηθούν».8

Δύο μέρες νωρίτερα, ωστόσο, στη συγκέντρωση του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), που ήταν κλειστή για τον τύπο, ο Σαράτζογλου παρουσίασε στα κομματικά μέλη τον ίδιο νόμο ως εξής: «Αυτός ο νόμος [για τον Κεφαλικό Φόρο] είναι ταυτόχρονα ένας επαναστατικός νόμος. Μας παρουσιάζεται η ευκαιρία να αποκτήσουμε την οικονομική ανεξαρτησία μας. Οι ξένοι που κυριαρχούν στην αγορά μας θα εξαλειφθούν και θα βάλουμε την τουρκική αγορά στα χέρια των Τούρκων!»9

3. Ο νέος Νόμος

Ο Νόμος για τον Κεφαλικό Φόρο ψηφίστηκε μετά από πολύ σύντομη συζήτηση στην απογευματινή συνεδρία του κοινοβουλίου της 11ης Νοεμβρίου 1942. Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την επόμενη μέρα οπότε και έλαβε ισχύ.

Το άρθρο 7 του νόμου για τον Κεφαλικό Φόρο (αρ. 4305) προέβλεπε για την εκτίμηση των πληρωτέων ποσών το σχηματισμό επιτροπών σε κάθε πόλη με επικεφαλής διοικητές που ήταν ταυτόχρονα και αρχηγοί των τοπικών ενώσεων του κυβερνώντος Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος. Το άρθρο 11 του νόμου καθόριζε ότι τα ποσά των φόρων που ορίζονταν από τις επιτροπές δε μπορούσαν να αλλάξουν και δεν θα επιτρεπόταν καμία ένσταση. Αμέσως μόλις ο νόμος τέθηκε σε ισχύ τρεις ξεχωριστές επιτροπές συγκροτήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες πόλεις. Αυτές οι επιτροπές, μαζί με το γραφειοκρατικό μηχανισμό του Υπουργείου Οικονομικών που τους παρείχε τη σχετική πληροφόρηση, ολοκλήρωσαν τις εργασίες τους μέσα σε ένα μήνα, ανάμεσα στις 12 Νοεμβρίου και τις 17 Δεκεμβρίου 1942.

Αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία της εκτίμησης των φόρων από τις επιτροπές, οι κατάλογοι με τα πληρωτέα ποσά αναρτήθηκαν σε πίνακες ανακοινώσεων των Δημόσιων Εφοριακών καταστημάτων στις 18 Δεκεμβρίου 1942.

Οι κατάλογοι προκάλεσαν σοκ στους φορολογούμενους. Κατάλαβαν αμέσως ότι η επιβολή φορολογίας συνιστούσε μια κατεξοχήν «αντιμειονοτική νομοθεσία». Ο διευθυντής της φορολογικής διεύθυνσης της Κωνσταντινούπολης Φαΐκ Οκτέ το παραδέχτηκε στα απομνημονεύματά του λέγοντας: «Η ανυπολόγιστη διαφορά του επιβαλλόμενου φορολογικού ποσού ανάμεσα σε δυο πολίτες, ενός μουσουλμάνου και ενός μη μουσουλμάνου που έχουν γειτονικά καταστήματα, πληρώνουν το ίδιο νοίκι και διαθέτουν τις ίδιες ικανότητες, αποκάλυψε το παιχνίδι μας αμέσως μόλις ανακοινώθηκε ο φόρος».10

Το άρθρο 12 του νόμου για τον Κεφαλικό Φόρο προέβλεπε την αποπληρωμή των οφειλών μέσα σε δεκαπέντε μέρες. Αυτή η περίοδος θα τελείωνε στις 4 Ιανουαρίου 1943. Επιπλέον, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, επρόκειτο να επιβληθεί τόκος στις καθυστερούμενες πληρωμές με επιτόκιο 1% για μια εβδομάδα και 2% για δυο εβδομάδες στην περίπτωση φορολογουμένων που δε θα μπορούσαν να πληρώσουν εντός της παραπάνω χρονικής περιόδου. Καθώς μεσολάβησαν και μερικές μέρες δημοσίων αργιών, η προκαθορισμένη περίοδος επεκτάθηκε λίγο και έφτασε στο όριο της 20ης Ιανουαρίου 1943.

Επίσημες επισκέψεις πραγματοποιήθηκαν στα σπίτια και τις επιχειρήσεις όσων δεν μπορούσαν να πληρώσουν τις οφειλές τους μέσα στο προαναφερθέν χρονικό διάστημα. Αρχικά γινόταν κατάσχεση της περιουσίας τους και η πληρωμή του φόρου ολοκληρωνόταν σταδιακά με την πώληση της περιουσίας και της οικοσκευής (21 Ιανουαρίου).

Όσοι από τους φορολογούμενους αδυνατούσαν να πληρώσουν τον φόρο τους μέσα σε ένα μήνα άρχισαν να στέλνονται σε στρατόπεδα εργασίας με σκοπό την αποπληρωμή των χρεών τους με σωματική εργασία. Η πρώτη τέτοια ομάδα 32 ατόμων αποτελούνταν αποκλειστικά από μη μουσουλμάνους της Κωνσταντινούπολης και έφυγε για το Άσκαλε στις 27 Ιανουαρίου 1943.

4. Επιβολή νέου φόρου

Μεταξύ Φεβρουαρίου και Σεπτεμβρίου 1943 ένας αριθμός 1865 ατόμων συνελήφθησαν από την αστυνομία και μεταφέρθηκαν στο σταθμό του τρένου στο Σιρκετζί (Sirkeci). Από αυτούς οι 1229 μεταφέρθηκαν αρχικά στο Άσκαλε και το Ερζερούμ (Erzurum) για καταναγκαστική εργασία. Τα υπόλοιπα 636 άτομα πλήρωσαν τις οφειλές τους ενώ περίμεναν στο Σιρκετζί ή μετά τη μεταφορά τους στα στρατόπεδα εργασίας. Στα στρατόπεδα εργασίας του Ασκαλέ και του Ερζερούμ 21 άνθρωποι πέθαναν «χρεωμένοι». Καθώς η υποχρεωτική εργασία είχε επιβληθεί μόνο σε μη μουσουλμάνους, όλοι αυτοί που πέθαναν ήταν μη μουσουλμάνοι και όλοι τους είχαν σταλεί σε στρατόπεδα εργασίας από την Κωνσταντινούπολη.

Η διαδικασία για τη συγκέντρωση του Κεφαλικού Φόρου μέσω της πώλησης των περιουσιακών στοιχείων των οφειλετών σε δημόσιες δημοπρασίες συνεχίστηκε όλο το καλοκαίρι του 1943. Στο μεταξύ, στις 8 Αυγούστου 1943, περίπου 900 άτομα που δούλευαν στο Άσκαλε φορτώθηκαν σε ένα τρένο και στάλθηκαν στο στρατόπεδο εργασίας που οργανωνόταν στο Εσκισεχίρ-Σιβριχισάρ ( Eskişehir-Sivrihisar).

Ο δημοσιογράφος Cyrus L. Sulzberger, μέλος της οικογένειας που κατείχε την εφημερίδα New York Times, επισκέφθηκε την Τουρκία εκείνο το καλοκαίρι και έγραψε μια σειρά από άρθρα για τον Κεφαλικό Φόρο, τα οποία δημοσιεύτηκαν στους New York Times μεταξύ 9 και 13 Σεπτεμβρίου 1943. Ο Sulzberger επισήμαινε στα άρθρα του ότι ορισμένοι παρατηρητές, με τους οποίους ήρθε σε επαφή κατά την επίσκεψή του, τού είπαν πως μέσω του Κεφαλικού Φόρου γινόταν μια προσπάθεια εξόντωσης όλων των μειονοτήτων που κατείχαν μια σημαντική θέση στην οικονομική ζωή της Τουρκίας. Πιστεύω πώς τα άρθρα του Sulzberger άσκησαν σημαντική επιρροή στην κυβέρνηση της Άγκυρας. Τέσσερις μέρες ακριβώς μετά τη δημοσίευσή τους στους New York Times η βουλή που συνεδρίασε στις 17 Σεπτεμβρίου 1943 έδωσε τη δικαιοδοσία στο Υπουργείο Οικονομίας να κάνει διευκολύνσεις στους εκπρόθεσμους οφειλέτες του Κεφαλικού Φόρου.

Στις 6 Οκτωβρίου 1943 ο Υπουργός Εξωτερικών στην Άγκυρα Νουμάν Μενεμεντζίογλου (Numan Menemencioğlu) μίλησε με τον πρώτο γραμματέα της πρεσβείας των ΗΠΑ Robert F. Kelley που εκπροσωπούσε τον πρεσβευτή Lawrence Steinhardt. Ο Μενεμεντζίογλου αναφέρθηκε σε αντι-τουρκικά άρθρα στον τύπο των ΗΠΑ και παραπονέθηκε για τα άρθρα του Sulzberger. Ο Kelley ενημέρωσε αμέσως τον Steinhardt για το θέμα.11 Ο Steinhardt στο τηλεγράφημα που έστειλε ως απάντηση στις 8 Οκτωβρίου 1943 δήλωνε ότι είχε συζητήσει το θέμα με τον Sulzberger και είχε λάβει διαβεβαιώσεις ότι δεν θα ξαναπαρουσιάζονταν άρθρα που να αφορούν τον Κεφαλικό Φόρο στους New York Times.12

Με το ξεκίνημα αυτών των εξελίξεων άρχισε και η διαδικασία για την ακύρωση του Κεφαλικού Φόρου. Την πρώτη εβδομάδα του Δεκεμβρίου οι φορολογούμενοι που είχαν ελευθερωθεί από το στρατόπεδο εργασίας του Εσκισεχίρ-Σιβριχισάρ επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη. Στις 15 Μαρτίου 1944 η κυβέρνηση παραιτήθηκε από όλες τις αγωγές για την είσπραξη των φόρων που εκκρεμούσαν ως εκείνη τη μέρα.

Στην εξέλιξη της διαδικασίας που ξεκίνησε με την πολιτική «εκτουρκισμού» των πρώτων ετών της Τουρκικής Δημοκρατίας η εφαρμογή του Κεφαλικού Φόρου συνιστά ένα πραγματικό «σημείο ρήξης». Αρχικά θα ήθελα να δω αυτή τη ρήξη από τη σκοπιά του συναισθηματικού αντίκτυπου που είχε σε όσους ενεπλάκησαν. Είναι φανερό ότι η εφαρμογή του Κεφαλικού Φόρου είχε αρνητική επίδραση στη διαδικασία κοινωνικής ενσωμάτωσης των μελών των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων. Η εισήγηση του Κεφαλικού Φόρου τελικά κατέστρεψε τις ελπίδες εκείνων που πίστευαν ότι τα μέτρα «αντιμειονοτικής» πολιτικής που είχαν εφαρμοστεί παλιότερα σύντομα θα αίρονταν.

Το αποτέλεσμα ήταν πως αρκετά μέλη των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων μετανάστευσαν σε ευρωπαϊκές χώρες, στο Ισραήλ και την Αμερική. Συγκεκριμένα, με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ περίπου 30.000 άτομα, μέλη της εβραϊκής κοινότητας, αποδήμησαν στο Ισραήλ μεταξύ 1948 και 1949. Διαρροές μη μουσουλμάνων συνεχίστηκαν σε όλη τη δεκαετία του 1950. Ως συνέπεια των γεγονότων της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 1955 και τελικά με την εκτόπιση των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1964 η Τουρκία πέτυχε το καθεστώς μιας χώρας της οποίας ο πληθυσμός ήταν «99,9% μουσουλμανικός και τουρκικός». Ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών, οι μη μουσουλμανικές μειοψηφίες, τις οποίες η νέα δημοκρατική διοίκηση είχε κληρονομήσει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τελικά εξαλείφθηκαν σχεδόν ολοσχερώς.




1. Η τιμή ενός καλαθιού με αγαθά που το 1938 είχε την ένδειξη 100 ανέβηκε στα 339,6 το 1942. Κατ’ αναλογία, τα ποσά των χρημάτων που είχαν τεθεί σε κυκλοφορία, και τα οποία το 1938 ήταν 219,4 εκατομμύρια, ανέβηκαν στα 765,5 εκατομμύρια το 1942. Βλ. Ökte, F.,Varlık Vergisi Faciası (İstanbul 1951), σελ. 31-32.

2. Ο Αχμέτ Εμίν Γιαλμάν (Ahmet Emin Yalman) στην κύρια στήλη της εφημερίδας Βατάν (Vatan) στις 29 Μαΐου 1942 αφού θεώρησε δεδομένο ότι «υπάρχει ασφαλώς σε γενικές γραμμές ένας χαμηλότερος βαθμός προσήλωσης στην πατρίδα μεταξύ των μειονοτήτων», σκιαγράφησε το νόμο για το φόρο εισοδήματος: «Αν αποφάσιζα εγώ, θα έλεγα ότι πρέπει να σχηματιστούν, ειδικά στις μεγάλες πόλεις, έκτακτες επιτροπές με το σκοπό να εκτιμήσουν το φόρο άπαξ ενώ σπουδαίοι τραπεζίτες, σημαντικά μέλη του εμπορικού επιμελητηρίου και έντιμοι άνθρωποι ικανοί να εκπροσωπήσουν κάθε τομέα του εμπορίου θα υπηρετούσαν την πατρίδα σε αυτές τις επιτροπές. Θα καθοδηγούνταν στη δουλειά τους με τη βοήθεια λογιστικών βιβλίων και με ορισμένες συγκρίσεις και υποθέσεις θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις ώστε οι πραγματικοί κερδοσκόποι να αναγκαστούν να πληρώσουν το χρέος τους στην πατρίδα . Σε κάθε περίπτωση, εφόσον οι πραγματικοί κερδοσκόποι είναι εκατοντάδες, μπορούν να βρεθούν λύσεις».

3. Μερικά παραδείγματα τίτλων εφημερίδων που συνοδεύουν αυτές τις ειδήσεις είναι τα παρακάτω: «Δυο εβραιόπουλα έκλεψαν εκκλησιαστικά χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί από φιλανθρωπική οργάνωση». «Εβραίος εργολάβος προκάλεσε απώλεια χιλιάδων λιρών στο Δημόσιο Ταμείο», και «Συνελήφθησαν δυο Εβραίοι για απόκρυψη αγαθών».

4. Ökte, F.,Varlık Vergisi Faciası (İstanbul 1951), σελ. 47.

5. Ο Φαΐκ Oκτέ περιέγραψε την ταξινόμηση των φορολογουμένων στα απομνημονεύματά του ως εξής: «Οι πίνακες ήταν χωρισμένοι στα δύο με τις επικεφαλίδες Μ και Ν. Το Μ ήταν για την ομάδα των μουσουλμάνων και το N εκπροσωπούσε τις μη μουσουλμανικές μειονότητες. Σε αυτά τα γράμματα προστέθηκε αργότερα και το C για όσους άλλαξαν θρήσκευμα [κρυπτο-εβραίοι (ντονμέδες) από τη Θεσσαλονίκη] και F για τους ξένους». Ökte, F.,Varlık Vergisi Faciası (İstanbul 1951), σελ. 48.

6. Ayın Tarihi, αρ. 107 (Οκτώβριος 1942), σελ. 11.

7. Ayın Tarihi, αρ. 108 (Νοέμβριος 1942), σελ. 23.

8. Ayın Tarihi, αρ. 107 (Οκτώβριος 1942), σελ. 41.

9. Barutçu, F. A., Siyasi Anılar (1939-1954) (İstanbul 1977), σελ. 263.

10. Ökte, F.,Varlık Vergisi Faciası, (İstanbul 1951), σελ. 15.

11. Τηλεγράφημα που έστειλε ο πρώτοςγραμματέας της πρεσβείας των ΗΠΑ Robert F. Kelley στην Άγκυρα προς τον Αμερικανό πρεσβευτή Lawrence Steinhardt με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 1943. Records of the Department of State Relating to Internal Affairs of Turkey, 1930 -1944, 867. 512/245 PS/FLH.

12. Τηλεγράφημα που έστειλε ο πρώτος γραμματέας της πρεσβείας των ΗΠΑ Robert F. Kelley στην Άγκυρα προς τον Αμερικανό πρεσβευτή Lawrence Steinhardt με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 1943. Records of the Department of State Relating to Internal Affairs of Turkey, 1930 -1944, 867. 512/245 PS/FLH.