Επισκοπικά Μέγαρα στη Μ. Ασία

1. Γενικά στοιχεία

Ο χαρακτηρισμός παλάτι ή μέγαρο χρησιμοποιείται για κτήρια με μεγάλες διαστάσεις και πλούσια διακόσμηση. Ωστόσο, η έλλειψη αρχαιολογικών ευρημάτων δεν επιτρέπει πάντα να προσδιοριστεί η ιδιότητα του κατόχου τους. Συνήθως ο χαρακτηρισμός ενός μεγάρου ως επισκοπικού στηρίζεται σε ιστορική μαρτυρία ή σε κάποιο σχετικό εύρημα. Στην περίπτωση της Μικράς Ασίας η αρχαιολογική σκαπάνη δεν έχει φέρει έως τώρα στο φως ούτε επιγραφές ούτε αντικείμενα που να μπορούν να βεβαιώσουν με ασφάλεια τη χρήση του κτηρίου. Όσον αφορά, για παράδειγμα, το λεγόμενο επισκοπικό μέγαρο στην Αφροδισιάδα, το μολυβδόβουλο του μητροπολίτη Καρίας, στο οποίο βασιζόταν εν πολλοίς η ταύτιση του κτηρίου, είναι αβέβαιης προέλευσης κι επομένως δεν τεκμηριώνει με ασφάλεια ότι το συγκεκριμένο κτίσμα είναι το επισκοπικό μέγαρο της πόλης.1

Κατά κανόνα τα επισκοπικά μέγαρα γειτνιάζουν με εκκλησία και, μάλιστα, επικοινωνούν άμεσα ή έμμεσα με κάποιο χώρο της. Αυτή η τάση να βρίσκεται το επισκοπικό μέγαρο κοντά στην εκκλησία νομιμοποιήθηκε από τη Σύνοδο της Καρχηδόνας (περ. 436).2 Στα επισκοπικά μέγαρα της Μικράς Ασίας, η επικοινωνία μεταξύ επισκοπικού μεγάρου και εκκλησίας εξασφαλίζεται με ποικίλους τρόπους. Έτσι τα επισκοπικά μέγαρα της Πριήνης και της Μιλήτου επικοινωνούσαν με το κτήριο της εκκλησίας μέσω προθαλάμων, ενώ το μέγαρο της Σίδης αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του εκκλησιαστικού συγκροτήματος. Όσο για το μέγαρο της Αφροδισιάδας –αν επρόκειτο όντως για επισκοπικό μέγαρο, κι όχι, όπως έχει επίσης προταθεί, για μέγαρο του τοπικού κυβερνήτη–, παρουσιάζει την ιδιομορφία ότι βρίσκεται κοντά, αλλά όχι σε επικοινωνία με την εκκλησία. Πάντως όλα τα μέγαρα που έχουν χαρακτηριστεί επισκοπικά έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Βρίσκονται στο κέντρο της πόλης και, μάλιστα, εντάσσονται στον υφιστάμενο πολεοδομικό ιστό της αρχαίας πόλης.

2. Αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά

Προτού η ανεξιθρησκία νομιμοποιήσει τη χριστιανική λατρεία στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι συναντήσεις πιστών και οι λειτουργίες γίνονταν σε ιδιωτικούς χώρους. Οι χριστιανικές τελετές πραγματοποιούνταν σε δωμάτια σπιτιών, και αυτοί οι πρώτοι χώροι χριστιανικής λατρείας ονομάζονταν domus ecclesiae. Κατά συνέπεια, η πρώιμη χριστιανική αρχιτεκτονική είναι αδιαχώριστη από την οικιστική. Η άμεση και στενή αυτή σχέση μεταξύ θρησκευτικής και οικιστικής αρχιτεκτονικής επιβιώνει κατά κάποιον τρόπο σε μεταγενέστερους χρόνους στην περίπτωση της επίσημης κατοικίας του επισκόπου: η κάτοψη του επισκοπικού μεγάρου ακολουθεί την τυπολογία του ελληνικού σπιτιού με περιστύλιο. Έτσι στη Μικρά Ασία, και συγκεκριμένα στα επισκοπικά μέγαρα της Μιλήτου, της Πριήνης και της Αφροδισιάδας, δεσπόζει στο κέντρο ένα περιστύλιο γύρω από το οποίο οργανώνονται τα διαφορετικά δωμάτια.3

Η χρήση των διάφορων δωματίων συνήθως παραμένει αδιευκρίνιστη, λόγω έλλειψης ευρημάτων που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ταύτιση των χώρων αυτών. Επίσης τα εν λόγω μέγαρα περιλάμβαναν συνήθως και επιπλέον όροφο, αλλά σήμερα σώζονται, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο τα ερείπια των ισογείων. Τα μοναδικά δωμάτια, για τα οποία μπορούμε να υποθέσουμε με σχετική ασφάλεια τη χρήση τους, είναι οι αίθουσες που εξαίρονται αρχιτεκτονικά με αψίδες, οι οποίες μάλιστα στην περίπτωση της Σίδης και της Αφροδισιάδας είναι τρίκογχες. Τα δωμάτια αυτά ήταν κατά πάσα πιθανότατα χώροι ακροάσεων4 και κατέχουν κεντρική θέση στο συγκρότημα. Στη Μίλητο η κύρια αίθουσα έχει επίμηκες σχήμα με αψιδωτή απόληξη της μιας στενής πλευράς της, ενώ στην Αφροδισιάδα το τρίκογχο ανοίγεται στα ανατολικά της αίθουσας του περίστυλου. Στη Σίδη το επισκοπικό μέγαρο είναι διαφορετικό από τα προηγούμενα παραδείγματα, καθώς δεν υπάρχει κεντρική αίθουσα γύρω από την οποία να διατάσσονται οι χώροι, και το μέγαρο οργανώνεται στον άξονα βορρά-νότου.5 Ωστόσο το τρίκογχο με έναν ευρύτατο προθάλαμο καταλαμβάνει κεντρικό χώρο στο συγκρότημα. Στην Πριήνη, τέλος, οι μεταγενέστερες οικοδομικές φάσεις δεν επιτρέπουν την αναγνώριση τέτοιας αίθουσας.

Τα επισκοπικά μέγαρα περιλάμβαναν οπωσδήποτε και δωμάτια που αποτελούσαν τον ιδιωτικό χώρο της κατοικίας του επισκόπου. Αυτά κατά κανόνα καταλάμβαναν τον όροφο, ενώ οι αίθουσες στο ισόγειο ήταν μάλλον χώροι υποδοχής και διεκπεραίωσης εργασιών. Ο επίσκοπος, παράλληλα με τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα, είχε και διοικητικές αρμοδιότητες. Συνεπώς, η κατοικία του αποτελούσε τμήμα ενός ευρύτερου οικοδομικού συγκροτήματος που περιλάμβανε, εκτός από την εκκλησία, βαπτιστήριο, μαρτύρια, λουτρά, αυλές, αποθήκες, σκευοφυλάκια, αίθουσες συγκέντρωσης και τράπεζες. Από την άποψη αυτή, το επισκοπικό μέγαρο της Σίδης αποτελεί το πληρέστερο σωζόμενο παράδειγμα στη Μικρά Ασία, καθώς το εκκλησιαστικό συγκρότημα στο οποίο εντάσσεται περιλάμβανε μια σειρά από κτήρια εκκλησιαστικού ή μη χαρακτήρα, όπως βαπτιστήριο, μαρτύριο και εφαπτόμενη με χώρους του μεγάρου κιστέρνα.



1. Lavan, L., “The residences of Late Antique Governors: a Gazetteer”, Antiquité Tardive 7 (1999), σελ. 150.

2. “Ut episcopus non longe ab ecclesia hospitiolum habeat” (να μην κατοικεί ο επίσκοπος μακριά από την εκκλησία), βλ. Mansi, J.D. (επιμ.), Sacrorum conciliorum collectio III (Florentia, 1759), στήλ. 952.

3. Μüller-Wiener, W., “Riflessioni sulle caratteristiche dei palazzi episcopali”, Felix Ravenna 125-126 (1984), σελ. 137-145.

4. Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (Χαλκηδόνα 451): «και είπατε ότι εν τω τρικλίνω του επισκοπείου παντός κλήρου παρόντος τούτο εδογμάτισεν», Mansi, J.D. (επιμ.), Sacrorum conciliorum collectio VII (Florentia 1792), στήλ. 233.

5. Sodini, J.-P., “Les Groupes épiscopaux de Turquie (à l’exception de la Cilicie)”, στο Actes du XIe Congrès international d'Archéologie Chrétienne. Lyon, Vienne, Grenoble, Genève et Aoste (sept. 1986) 1 (Rome 1989), σελ. 417.