Κωνσταντίνος Γαβράς

1. Καταγωγή

Ο Κωνσταντίνος Γαβράς ήταν γόνος της αριστοκρατικής οικογένειας των Γαβράδων, οι οποίοι άσκησαν σημαντική επιρροή στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή του Βυζαντίου. Η καταγωγή της εν λόγω οικογένειας παραμένει άγνωστη.1 Την τελευταία δεκαετία έχει διατυπωθεί η θεωρία σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να αναζητήσει κανείς την καταγωγή των Γαβράδων στην αρμενική πλευρά. Η εν λόγω θεωρία βασίζεται στην πολλαπλή ετυμολογία του ονόματος της οικογένειας, η οποία σχετίζεται με τρεις παραδόσεις της Μέσης Ανατολής: την περσική, την αραβική και την αρμενική.2 Κατά μία ερμηνεία, το όνομα προέρχεται πιθανόν από την αραμαϊκή και συριακή ρίζα g-b-r («άνθρωπος», «ήρωας»).3 Σύμφωνα με μία άλλη ερμηνεία, το όνομα Γαβράς προέρχεται από το περσικό “gabrak” (πιστός της θρησκείας του Ζωροάστρη), το ιρανοκουρδικό “gebir” ή “gavir” (Αρμένιος, από το οποίο προέρχεται και η τουρκική έννοια “gavur”, δηλ. «άπιστος») και το αραβικό “Kafir” («άπιστος»).4 Με ισλαμικά δεδομένα, ο όρος “gabr” σήμαινε τον Αρμένιο ή χριστιανό μέσα στη μουσουλμανική κοινότητα.5

2. Βιογραφικά στοιχεία

Αναφορικά με τον πρώιμο βίο του Κωνσταντίνου Γαβρά ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά. Ο Κωνσταντίνος ήταν γιος, αδελφός ή ίσως ανιψιός του Θεοδώρου Γαβρά, μετέπειτα σεβαστού και πατρικίου, σύμφωνα με το Συναξάριο του Αγίου Θεοδώρου Γαβρά.6

Στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας του διετέλεσε στρατηγός στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Aλεξίου A΄ Kομνηνού (1081-1118), φέροντας μάλιστα τον τίτλο του πρωτοσεβαστού. Ανάμεσα στις αποστολές που ανέλαβε ήταν η εκστρατεία εναντίον του Βοημούνδου, επικεφαλής του δουκάτου Αντιοχείας. Το 1108 μετέβη στη χερσόνησο του Αίμου και κατέλαβε την πόλη Πέτρουλα καθώς και το οχυρό Μύλος στην ευρύτερη περιοχή του Δυρραχίου. Σκοπός αυτού του εγχειρήματος ήταν να αποτρέψει το πέρασμα των σταυροφόρων. Ωστόσο, δεν επέδειξε επάρκεια στη διεκπεραίωση της εν λόγω αποστολής και αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό MαριανόMαυροκατακαλών.7

Κατόπιν, ο Κωνσταντίνος Γαβράς διετέλεσε στρατηγός Φιλαδελφείας, διοικώντας ένα ισχυρό στρατιωτικό σώμα, το οποίο απέβλεπε στην υπεράσπιση της πόλης και της γύρω περιοχής από την απειλή του Σελτζούκου Amir Saisan. Το 1112 έλαβε χώρα η μάχη μεταξύ Βυζαντινών και Σελτζούκων Τούρκων του Malikshah στο Kελβιανόν, έξω από τη Φιλαδέλφεια. Σε αυτή τη μάχη ο Γαβράς επέδειξε ηρωισμό, εφορμώντας πρώτος στο πεδίο της μάχης και προτρέποντας τους στρατιώτες του να τον ακολουθήσουν. Άμεση συνέπεια ήταν η ήττα και ο αποδεκατισμός των Σελτζούκων8 από τον βυζαντινό στρατό. Tο 1113 ο Kωνσταντίνος Γαβράς, ως επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής, έλαβε μέρος στη μάχη της κοιλάδας Aκροκού (εγγύς του όρους Όλυμπος) υπό τις διαταγές του αυτοκράτορα Aλεξίου A΄ Kομνηνού.9 Tο 1116 συμμετείχε ως επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας στην εκστρατεία του Βυζαντινού αυτοκράτορα στη Mικρά Aσία και έλαβε μέρος σε μάχη κοντά στο Φιλομήλιον.10 Το 1119 ο Γαβράς διορίστηκε δούκας Tραπεζούντας (Χαλδίας), αξίωμα το οποίο κράτησε μέχρι και το 1140. Η σύνδεση του Γαβρά με την Τραπεζούντα και τη Χαλδία δεν είναι τυχαία, δεδομένου ότι η οικογένεια των Γαβράδων είχε μακρά παράδοση στη διοίκηση της εν λόγω περιοχής.11

Tο 1119, και όντας δούκας Τραπεζούντας, ενεπλάκη στις διαμάχες μεταξύ των τουρκομανικών φύλων της Μικράς Ασίας. Ο Ibn Mangudjak, ιδρυτής της δυναστείας των Erzindjan, ζήτησε καταφύγιο στην Τραπεζούντα, επιδιώκοντας την προστασία και συμμαχία του Γαβρά εναντίον του Balak της Μελιτηνής και του Ghazi Gumushtegin, του γιου του εμίρη των Δανισμενιδών. Ωστόσο, τα στρατιωτικά σώματα του Γαβρά και του Ibn Mangudjak ηττήθηκαν από εκείνα του Gumushtegin, με συνέπεια την αιχμαλωσία ή και το θάνατο πέντε χιλιάδων Βυζαντινών. Παράλληλα, ο Κωνσταντίνος Γαβράς αιχμαλωτίστηκε κατά τη διάρκεια της μάχης και ο Ibn Mangudjakζήτησε τριάντα χιλιάδες δηνάρια για την απελευθέρωσή του. Μετά την καταβολή των λύτρων, ο Γαβράς αφέθηκε ελεύθερος.12 Σε αυτή την περίοδο η ήττα του Γαβρά προκάλεσε την περαιτέρω ενίσχυση των Δανισμενιδών με την κατάκτηση της Νεοκαισάρειας.

Η πολιτική και στρατιωτική σταδιοδρομία του Κωνσταντίνου Γαβρά συνδέεται με μια εποχή που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση, ακμή και παρακμή της δυναστείας των εκπερσισμένων Δανισμενιδών (1110-1141). Ο ρόλος του ήταν σημαντικός στο πλαίσιο των βυζαντινοτουρκικών σχέσεων στην περιοχή της Μικράς Ασίας. Μετά το 1126, ο Kωνσταντίνος επέστρεψε στην Τραπεζούντα και τη διακυβέρνησε προσωποπαγώς, εκμεταλλευόμενος την αποδυνάμωση του ελέγχου από την πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη. Ο αυτόνομος χαρακτήρας της εξουσίας του Γαβρά αποτέλεσε απειλή για την επιρροή της Κωνσταντινούπολης στη Μικρά Ασία. Στο πλαίσιο της εν λόγω αυτονομίας της Τραπεζούντας επί των ημερών του Γαβρά η περιοχή της δικαιοδοσίας του μετατράπηκε σε κέντρο δραστηριότητας εις βάρος της κεντρικής εξουσίας της Κωνσταντινούπολης. Το 1130 ο σεβαστοκράτορας Iσαάκιος Kομνηνός, αδερφός του αυτοκράτορα Iωάννη B΄ Kομνηνού, κατέφυγε στην Τραπεζούντα λόγω δυσμενών γι’ αυτόν πολιτικών εξελίξεων στην Κωνσταντινούπολη. Το 1139-1140 ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Β΄ Κομνηνός οργάνωσε εκστρατεία με σκοπό την ανακατάληψη της Τζανικής και της Χαλδίας. Η εκστρατεία απέτυχε και η Νεοκαισάρεια δεν ανακαταλήφθηκε από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας ο Ιωάννης Κομνηνός, γιος του Ισαάκιου Κομνηνού, βρήκε καταφύγιο στους Σελτζούκους Τούρκους και νυμφεύθηκε την Καμερώ, θυγατέρα του Σελτζούκου σουλτάνου Masud, ο οποίος ήταν γαμπρός του Gumushtegin. Παρά την αρχική αποτυχία του εγχειρήματος του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού, η Χαλδία επαναπροσαρτήθηκε ενεργά στη βυζαντινή διοίκηση στα μέσα της δεκαετίας του 1160. Σχετικά με τα τελευταία χρόνια και το θάνατο του Κωνσταντίνου Γαβρά δεν προκύπτουν στοιχεία από τις διαθέσιμες πηγές.

3. Αποτίμηση

Τα προαναφερθέντα γεγονότα αντανακλούν τον σημαίνοντα ρόλο του Κωνσταντίνου Γαβρά στις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις στη Μικρά Ασία κατά το 12ο αιώνα. Άλλοτε συμμαχώντας με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία εναντίον του σελτζουκικού επεκτατισμού και άλλοτε αναμειγνυόμενος στη διαμάχη των τουρκομανικών φύλων (Δανισμενιδών, Σελτζούκων) κατόρθωσε να παραμείνει σημαίνουσα μορφή σε μια εποχή έντονων ανακατατάξεων στη Μικρά Ασία. Πρωτοστατώντας στην αυτονόμηση της Τραπεζούντας, ο Γαβράς ανέδειξε την πόλη σε πρωταγωνιστικό παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων και ζυμώσεων του ελληνόφωνου κόσμου με τις τουρκικές δυναστείες στη Μικρά Ασία. Ο χαρακτήρας του έχει σκιαγραφηθεί με αρνητικά χρώματα στις ελάχιστες αναφορές που συναντώνται για το πρόσωπό του σε διάφορες βυζαντινές πηγές. Για παράδειγμα, η Άννα Κομνηνή χαρακτηρίζει τον Γαβρά «άνδρα αρηίφιλον» και «πυρ κατά των εναντίων πνέοντα».13 Ωστόσο, η αξιοπιστία των αναφορών αυτών είναι ελεγχόμενη, καθώς τα εν λόγω κείμενα συνεγράφησαν από πρόσωπα τα οποία είτε βρίσκονταν στην αυλή της Κωνσταντινούπολης είτε ήταν προσκολλημένα στην πολιτική του Βυζαντινού αυτοκράτορα.




1. Μπαρτικιάν, Χ.Μ., Η βυζαντινή αριστοκρατική οικογένεια των Γαυράδων (Γαβράδων) (Αθήνα 1993), σελ. 19-39.

2. Μπαρτικιάν, Χ.Μ., Η βυζαντινή αριστοκρατική οικογένεια των Γαυράδων (Γαβράδων) (Αθήνα 1993), σελ. 22-28.

3. Bryer, A., “A Byzantine Family: the Gabrades, c. 979-1653”, University of Birmingham Historical Journal XII (1970), σελ. 165.

4. Bryer, A., “A Byzantine Family: the Gabrades, c. 979-1653”, University of Birmingham Historical Journal XII (1970), σελ. 165-166.

5. Encyclopaedia of Islam 2 (1965), σελ. 970, βλ. λ. “Gabr” (A. Bausani).

6. Halkin, F., Biblioteca Hagiographica Graeca (Subsidia Hagiographica 8a, Brusseles 1957).

7. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς 2, Schopenus, L. (επιμ.), στο CSHB (Bonnae 1878), σελ. 209.

8. Bryer, A., “A Byzantine Family: the Gabrades, c. 979-1653”, University of Birmingham Historical Journal XII (1970), σελ. 164-187, κυρίως σελ. 177.

9. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς 2, Schopenus, L. (επιμ.), CSHB (Bonnae 1878), σελ. 283.

10. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς 2, Schopenus, L. (επιμ.), CSHB (Bonnae 1878), σελ. 329.

11. Bryer, A., “Some Notes on the Laz and Tzan (I)”, Bedi Kartlisa. Revue de Kartvelogie XXI-XXII (Paris 1966), σελ. 179.

12. Ibn al-Qalānisī, Amedroz, H.F. (επιμ.), (London 1908), σελ. 504· Gibb, H.A.R. (μτφρ.), The Damascus Chronicle of the Crusades (London, 1932), σελ. 162· Μιχαήλ ο Σύρος, Chronique 3, Chabot, J.B. (επιμ.), (Paris 1899-1910), σελ. 205· Cahen, C., “Une famille byzantine au service des Seldjouqides d’Asie Mineure”, στο Wirth, P., Polychronion, Festchrift Franz Dölger (Heidelberg 1966), σελ. 149.

13. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς 2, Schopenus, L. (επιμ.), CSHB (Bonnae 1878), σελ. 208-109.